Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2010

Για μία διαφορετική Ελλάδα.

Για μία διαφορετική Ελλάδα
29/11/2010

του Αλέκου Παπαδόπουλου

Στις κανονικές χώρες η κρίση είναι «η μητέρα της αλλαγής». Αυτό όμως δεν ισχύει για τη χώρα μας. Δεν κατακτήθηκαν ακόμα οι πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές προϋποθέσεις για τον μετασχηματισμό της σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος.


Το 2011 θα είναι μια ιδιαιτέρως αποκαλυπτική χρονιά. Θα διαμορφωθούν νέες πραγματικότητες στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.
Πολιτικό πεδίο. Το 2011 θα διαφανεί η αδυναμία του πολιτικού συστήματος, εκ κατασκευής λαϊκιστικού, φοβικού και εξουσιαστικού, να χαράξει γραμμές στρατηγικού βάθους για την ανόρθωση της οικονομίας. Τ’ αδιέξοδα και η συνειδητοποίηση ότι η οικονομία είναι “σε αργό θάνατο” θα καταδείξουν την χαμηλή πολιτική διαχείριση της χώρας απ’ όλο το πολιτικό σύστημα.
Εκτιμώ ότι κάτω από το φοβικό σύνδρομο της απώλειας επιρροής και δύναμης στο εκλογικό σώμα, θ’ αρχίσει να ομιλεί και να καθοδηγεί και πάλι τη χώρα η εκπαιδευμένη πλέον φύση αυτού του λαϊκισμού. Ήδη έχουμε τα πρώτα σημάδια, όπως η συζήτηση για αναθεώρηση του μνημονίου, η χαλάρωση της δημοσιονομικής προσαρμογής κλπ.

Φαίνεται ότι εξαντλούνται τα ψυχικά αποθέματα της πολιτικής ελίτ της χώρας και των πέριξ αυτής δυνάμεων επιρροής. Σε λίγο θ’ αδυνατούν πλήρως να υποστηρίξουν σταθερά και με συνέπεια το επιβληθέν από τον διεθνή οικονομικό έλεγχο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής και να συγκροτήσουν ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα οικονομικής ανάπτυξης.

Φοβάμαι δηλαδή ότι εκπνέουν οι ψυχικές αντοχές και ότι το ψυχολογικό φορτίο υποστήριξης ρεαλιστικών πολιτικών από τις ιθύνουσες δυνάμεις της χώρας έχει φτάσει στα όριά του.
Να γνωρίζουν πάντως εκείνοι που καλλιεργούν αφελώς την ιδέα της δημοσιονομικής χαλάρωσης και προσαρμογής σε βάθος χρόνου ότι ακόμα κι αν το ανεχόταν η τρόικα, οι αγορές θα αντιδρούσαν βίαια.

Κοινωνικό πεδίο.
Η κοινωνία μας είναι έντονα μικροαστικοποιημένη στην συντριπτική της πλειοψηφία, κατακερματισμένη και με καταργημένες τις ιεραρχίες της, με σχολάζουσες έως και ανύπαρκτες τις πρωτοπόρες εκείνες μειοψηφίες που θ’ άνοιγαν τους καινούριους δρόμους και χωρίς κινητήριες εσωτερικές δυνάμεις.

Είναι έτοιμη η κοινωνία μας σήμερα να παραδοθεί στον ανεξέλεγκτο μικροαστικό λαϊκισμό, που αντιδρά ως άθροισμα ατομικών συμπεριφορών και όχι ως συντεταγμένη κοινωνική δύναμη. Στο λαό μέχρι σήμερα δεν καλλιεργήθηκε η εθνική αυτογνωσία. Δεν του έχουν μιλήσει ακόμη για τη δεινή θέση της χώρας και την προοπτική της. Επέλεξε, παραδείγματος χάριν, ο λαϊκισμός που καταδυναστεύει τη χώρα δεκαετίες να του αποκρύψει την φοβερή αλήθεια ότι τελούμε υπό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο. Αντίθετα, του μιλάνε και διαπληκτίζονται για ένα κάποιο “χαρτί”, το “μνημόνιο”, θέλοντας συνειδητά κάτω από το βάρος συνολικών ενοχών τους να ελαχιστοποιήσουν ή να ξορκίσουν ότι ο διεθνής οικονομικός έλεγχος έχει ήδη επιβληθεί από τον περασμένο Μάιο.
Και το λαϊκίστικο πνεύμα δε σταματά μάλιστα εδώ. Παρουσιάζει τον διεθνή οικονομικό έλεγχο ως μια συνήθη απλή επιτήρηση ρουτίνας, η οποία μάλιστα θα αρθεί πολύ σύντομα.

Και αυτά τα λένε όλα τα κόμματα, ισχυριζόμενα μάλιστα ότι έχουν δήθεν έτοιμες λύσεις για να εξέλθουμε από την κρίση και να επανέλθουμε στην προτέρα κατάσταση. Δεν επιτρέπουν δηλαδή στο λαό να κατανοήσει το βάθος του προβλήματος, αφήνοντάς τον να πιστεύει απλώς ότι «κάτι κακό συμβαίνει, γι’ αυτό κάνε υπομονή, μπόρα είναι θα περάσει».

Ένα ψεύδος που επίσης καλλιεργείται στο λαό είναι αν η χώρα μας θα χρεοκοπήσει ή όχι. Αρνείται ο παραπλανητικός λαϊκισμός ν’ αποδεχθεί ότι τέτοιο δίλημμα ουσιαστικά δεν υπάρχει, γιατί η χώρα ήδη τελεί “υπό χρεοστάσιο” από τον περασμένο Μάιο, όταν οι διεθνείς κεφαλαιαγορές αρνήθηκαν να μας χρηματοδοτήσουν με συνέπεια να επέμβει ένας πολυμερής διεθνής οικονομικός έλεγχος και να μας χορηγήσει ένα διακρατικό δάνειο προκειμένου να εξοφλήσουμε τους δανειστές μας.

Το δίλημμα αντίθετα είναι αν θα καταρρεύσουμε πλήρως ή όχι, και αυτό εξαρτάται αποκλειστικά από τις εθνικών διαστάσεων αποφάσεις που θα λάβουμε.

Όλα αυτά, έχουν ως συνέπεια την ουδετεροποίηση της κοινωνίας αλλά και την πλήρη αποδυνάμωση των ελάχιστων εκείνων δυνάμεων που έχουν συνειδητοποιήσει την κατάσταση. Αν σ’ αυτά προσθέσει κανείς ότι η χώρα δεν διαθέτει ιθύνουσα τάξη ή μια πραγματικά αστική τάξη με κριτήριο κουλτούρας, η οποία θα διαμόρφωνε κατευθύνσεις για μια διατηρήσιμη έξοδο από την κρίση, τότε αντιλαμβάνεται κανείς την μεγάλη σημασία της εθνικής αυτογνωσίας.

Οικονομικό πεδίο.
Το 2011 προβλέπω ότι θα είναι μια εφιαλτική χρονιά. Θα καταπέσουν μύθοι και λεοντές. Οι επικοινωνιακές τεχνικές δεν θα φτάνουν πια να συγκαλύψουν δισταγμούς, φοβίες και αμηχανίες. Θα φανεί με τον πλέον αποκαλυπτικό τρόπο ότι η χώρα βιώνει, πέρα απ’ όλα τ’ άλλα, τον θανατηφόρο συνδυασμό υψηλού κόστους δανεισμού και ύφεσης.

Χαρακτηριστικά, οι τόκοι που θα πληρωθούν το 2011 σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία θα κινούνται γύρω στα 16 δις και μέχρι το 2015 θα αυξάνονται συνεχώς μέχρι του μυθώδους ύψους των 20 δις ευρώ, δηλαδή γύρω στα 9% του ΑΕΠ. Το βάρος αυτό είναι ασήκωτο για τη χώρα, γιατί οι τόκοι είναι καθαρό έλλειμμα πάνω στο οποίο πρέπει κανείς να προσθέσει και το υψηλό λειτουργικό έλλειμμα. Το λέω αυτό για όσους βαυκαλίζονται ότι έχουν είτε έτοιμες συνταγές είτε - άλλοι – έτοιμες πολιτικές να εξαφανίσουν σύντομα το έλλειμμα της χώρας. Για ν’ απομειωθεί το έλλειμμα, να μειωθούν οι τόκοι και να σταθεροποιηθεί το χρέος πρέπει η χώρα να εξασφαλίσει για πολλά χρόνια με σταθερό τρόπο υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Προϋπόθεση όμως για να διασφαλιστεί υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα είναι οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης. Διερχόμαστε όμως μια δεινή υφεσιακή περίοδο, η οποία θα συνεχιστεί με την ίδια ένταση και το 2011, με ύφεση πάνω από -4%, αλλά δυστυχώς θα συνεχίσει και το 2012 και το 2013.

Συνεπώς, η αποκλιμάκωση του ελλείμματος της χώρας τα επόμενα χρόνια κάτω από τις σημερινές συνθήκες διαχείρισης της οικονομίας είναι ανέφικτη. Για να το πετύχουμε πρέπει να καλυφθούν μεγάλα κομμάτια πληρωμής τόκων. Και για να γίνει αυτό πρέπει να διασφαλίσουμε μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα, δηλαδή πολύ περισσότερα έσοδα από τις δαπάνες. Επειδή όμως, λόγω ύφεσης, δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε έσοδα, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από το ν’ απαλλαγεί η ελληνική οικονομία από μεγάλα τμήματα του δημόσιου τομέα και κρατικές δραστηριότητες που την επιβαρύνουν.

Σύμφωνα με μελέτες, το 30% περίπου του σημερινού κράτους είναι περιττό. Γι’ αυτό πέρα από τις καθολικές αποκρατικοποιήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων προτείνω όλως ενδεικτικά την άμεση κατάργηση τμημάτων πανεπιστημίων και ΤΕΙ, δημοτικών επιχειρήσεων, ατροφικών νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, άεργων διπλωματικών αντιπροσωπειών, στρατοπέδων, συγχώνευση μητροπόλεων, κατάργηση απολιθωμένων κρατικών υπηρεσιών, αποκεντρωμένων υπηρεσιών και γενικών γραμματειών διαφόρων υπουργείων.

Περιορισμό του μεγάλου αριθμού στρατηγών, ναυάρχων, πτεράρχων και ταξιάρχων των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, περιορισμό του πολυάριθμου διδακτικού προσωπικού με αύξηση των ωρών διδασκαλίας, δραστική περικοπή κατά 70% τουλάχιστον των πολυάριθμων Γενικών Διευθυντών και Διευθυντών υπουργείων και οργανισμών, δραστική μείωση του μεγάλου αριθμού των αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων και τέλος εξορθολογισμό ή κατάργηση και άλλων πολυάριθμων αφανών δημοσίων καταλυμάτων, τα οποία περιθάλπουν χρόνια τώρα τον κρατικό ανορθολογισμό.

Όλα θα κριθούν το 2011. Τότε θα φανεί αν θα επιβεβαιωθεί ο φόβος του μακροχρόνιου οικονομικού παγετώνα, που είναι το πιθανότερο ότι θα επικαθήσει επί της χώρας. Και εξηγούμαι: είναι σχετικά εύκολο για παράδειγμα να απομειώσεις το έλλειμμά σου από το 15,4% στο 10,4% το 2010, γιατί εκεί θα πάει απολογιστικά. Ας μην έχουμε ψευδαισθήσεις. Για να το πας από το 10,4% στο 7,4% την επόμενη χρονιά και πολύ περισσότερο όσο πηγαίνεις προς τον πυρήνα, τα πράγματα γίνονται πολύ δύσκολα αν όχι αδύνατα.

Και αν η οικονομία σου είναι σε ύφεση, είναι ακόμα δυσκολότερα. Αν, ακόμη χειρότερα, οι μεταρρυθμίσεις που θα κάνεις είναι περιορισμένης και ήπιας μορφής, τότε είναι απολύτως βέβαιο ότι ούτε σε θετικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα θα οδηγηθείς, ούτε κι από την ύφεση θα εξέλθεις, ούτε ανάπτυξη θα οικοδομήσεις. Ακριβώς εκεί κρύβεται ο μεγάλος κίνδυνος να σχηματιστεί ο γνωστός παγετώνας της οικονομίας, που θα καθηλώσει τη χώρα στην οικονομική ακινησία και το λαό στη φτώχεια για πάρα πολλά χρόνια.

Γι’ αυτό η θέση μου είναι, αν θέλουμε πραγματικά να θέσουμε τη χώρα μας σε αναπτυξιακή τροχιά, να προχωρήσουμε τώρα σ’ επώδυνες περικοπές τεράστιας έκτασης και βάθους στον δημόσιο τομέα, αλλά και σε εξορθολογισμό των δομών και του προσανατολισμού του, τομές που απαιτούν σκληρές συγκρούσεις με συντεχνιακά κατεστημένα και οργανωμένα συμφέροντα. Μόνο μέσα από την ήττα του παραπολιτικού αυτού κατεστημένου μπορούν να δημιουργηθούν νέες προϋποθέσεις οικονομικής ανάπτυξης. Μόνο έτσι θ’ απελευθερωθούν οι εσωτερικές δυνάμεις για ενδογενή ανάπτυξη σ’ όλους τους τομείς. Μόνο έτσι θα γίνουμε ξανά ελκυστικοί στις ξένες επενδύσεις.

Οι ανατροπές αυτές είναι κυριολεκτικά ζωτικής σημασίας και να μην τις επικαλούμαστε ευκαιριακά, απλά επειδή έγινε “της μόδας” αυτή την περίοδο να τα “βάζουμε” με το κράτος, χωρίς στην πραγματικότητα να τις πιστεύουμε.

Μια στρατηγική βάθους πρέπει να την εγγυώνται ορισμένες αρχές που πρέπει να τηρούνται απαραιτήτως:

α) Η χώρα πρέπει ν’ αποκτήσει εθνικό προσανατολισμό. Αρκετά τυραννιέται χρόνια τώρα με τη διαμάχη των δυνάμεων της “καθ’ ημάς ανατολής”, με τις δυνάμεις εκείνες που πιστεύουν στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας και στη λειτουργία της ως σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους. Δυστυχώς, αυτά τα δύο ρεύματα δεν συναντήθηκαν ποτέ ούτε τ’ άφησαν ώστε να κάνουν έστω και μια μείξη ελληνικής ιδιοτυπίας.

β) Επειδή στόχος είναι η διάσωση της χώρας, δεν ισχύουν τα διάφορα “δεν”, τα όρια, οι “κόκκινες γραμμές” και κάθε είδους αυτοδεσμεύσεις, οι οποίες μάλιστα πολλάκις αναιρούνται από τον Διεθνή Έλεγχο, προσθέτοντας αναξιοπιστία. Η λήψη των πολιτικών αποφάσεων θα πρέπει να είναι χωρίς φραγμούς και ιδεοληπτικές αυτοδεσμεύσεις.

γ) Οι περιστάσεις απαιτούν “μεταρρυθμίσεις-σοκ”. Συθέμελες αλλαγές σε όλα τα πεδία της δημόσιας ζωής της χώρας.

Κυρίες και κύριοι,
Τονίζω με έμφαση ότι χώρα πρέπει να αποκτήσει συγκεκριμένο προορισμό και πλεύση. Πρέπει να ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε και κυρίως πως. Αυτό απαιτεί όμως ένα μεγάλο εθνικό consensus, μία μεγάλη εθνική συναίνεση. Η συναίνεση όμως μεταξύ των σημερινών κομμάτων της χώρας είναι ανέφικτη και άνευ αξίας. Ο λαϊκισμός δεν παράγει consensus, παρά μόνο εξουσιασμό και υποκρισίες. Απαιτείται μια “νέα συμφωνία της ελληνικής κοινωνίας”, κυρίως με τον εαυτό της, για το που θέλει να πάει η χώρα.

Θα ζήσουμε για πολλά χρόνια υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο. Δεν πρέπει η χώρα ν’ αφεθεί να σέρνεται και ο λαός να βαυκαλίζεται με αυταπάτες και ψεύδη που του καλλιεργούν καθημερινά οι κατεστημένοι της χώρας.

Οι περιστάσεις απαιτούν έναν άλλο τύπο και κυρίως ένα άλλο πνεύμα διακυβέρνησης. Κατά καιρούς έχει γίνει συζήτηση για οικουμενικά σχήματα και κυβερνήσεις τεχνοκρατών. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν τέτοιες λύσεις εντός των σημερινών τειχών. Το πολιτικό σύστημα χρειάζεται το ίδιο έναν ισχυρό κλονισμό πριν επιχειρήσει αξιόπιστα να καθοδηγήσει τη χώρα στην έξοδο από την κρίση.

Προτείνω μέσα στο 2011 η Βουλή να εγκρίνει τη συγκρότηση μιας ανεξάρτητης επιτροπής κύρους, η οποία θα συντάξει ένα θαρραλέο και ριζοσπαστικό “πενταετές πρόγραμμα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης”, στην ουσία δηλ. ένα σχέδιο αναγέννησης, που θα οδηγήσει τη χώρα συντεταγμένα, πειθαρχημένα και χρονοστοχευμένα στην έξοδο από την κρίση.

Το σχέδιο αυτό θα πρέπει να κριθεί από το λαό με εκλογές – το ξαναλέω με εκλογές. Τις εκλογές αυτές βέβαια δεν τις εννοώ και δεν τις προτείνω σε καμιά περίπτωση ως ένα από τα συνήθη πολιτικά παίγνια και καμώματα του συστήματος αλλά εκλογές με “ανοικτά τα βιβλία”, για να επιτευχθεί εθνική συμφωνία με βάση αυτό το πενταετές πρόγραμμα, που υπερβαίνει κόμματα και εκλογικές περιόδους. Θα ενσωματώνει τα μέτρα του μνημονίου και θα κινείται πέραν αυτού. Για ν’ αναλάβουν όλοι την ευθύνη τους για το μέλλον της χώρας, και πολύ περισσότερο ο λαός.

Μόνο με αυτή την προϋπόθεση μπορεί να επιτευχθεί εθνικό consensus. Μόνο έτσι μπορούν να ληφθούν αποφάσεις εθνικών διαστάσεων. Μόνο έτσι δεν θα κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας με ψευτοσυναινέσεις, ημίμετρα και αλυσιτελείς δήθεν μεταρρυθμίσεις. Μόνο έτσι μπορούν να διασφαλιστούν κοινωνικές συμμαχίες και ισχυρές πολιτικές νομιμοποιήσεις.

Αυτή τη στιγμή πλέουμε χωρίς πυξίδα. Με καθοδηγούσα την κουλτούρα του λαϊκισμού και τον “επικοινωνισμό” να καταστρέφει κάθε θετική προσπάθεια.
Το ριζοσπαστικό πνεύμα και περιεχόμενο αυτής της εθνικής συμφωνίας, που θα προκύπτει και θα επιβάλλεται από το πενταετές αυτό πρόγραμμα ανάπτυξης θα καθοδηγεί εφεξής τη χώρα και θα ελέγχονται οι εκάστοτε διαχειριστές του. Και όχι οι δημοκόποι και τα ιδεολογήματα του παρελθόντος.
Αλλά, κυρίες και κύριοι, θα ήθελα να συμπληρώσω τη σημερινή μου παρέμβαση και με ορισμένες συγκεκριμένες προτάσεις, όλως ενδεικτικές. Σε περιόδους μεγάλων αποδιαρθρώσεων, η φαντασία είναι επαναστατική δύναμη. Με παραδοσιακές φόρμες δεν αντιμετωπίζονται οι κρίσεις.

Προτείνω όλως ενδεικτικά:
1. Να προωθηθεί μέσω αναθεώρησης ειδική συνταγματική απαγόρευση παραγωγής δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Είναι επιτακτικό να διαπεράσει τη χώρα και τους θεσμούς ένα νέο πνεύμα, ώστε να μη ζήσουμε ξανά τις σημερινές οικονομικές συνθήκες και τον ευτελισμό της χώρας μας.

2. Να καθιερωθεί συνταγματικό προνόμιο στον Υπουργό Οικονομικών για δικαίωμα άσκησης αρνησικυρίας (βέτο) επί των δαπανών στο σύνολο τις διοίκησης του κράτους.

3. Να καταργηθούν οι φόροι υπέρ τρίτων – των βολεμένων κοινωνικών συντεχνιών.

4. Να ανατεθεί ο φορολογικός έλεγχος των εταιριών που τηρούν βιβλία γ’ κατηγορίας σε πιστοποιημένα ιδιωτικά ελεγκτικά όργανα, όπως ελεγκτικές εταιρίες τραπεζών, ασφαλιστικών εταιριών κλπ.

5. Να συσταθεί σύγχρονος, αυτόνομος Οργανισμός Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΟΕΔΕ). Για να παύσει η είσπραξη των εσόδων να είναι το πάρεργο των εφοριών.

6. Να δημιουργηθεί άμεσα αυτοτελές Σώμα Οικονομικών Επιθεωρητών, το οποίο θα διενεργεί ουσιαστικούς και όχι τυπικούς ελέγχους σκοπιμότητας των δαπανών στο σύνολο του κράτους.

7. Να καταργηθεί το Ελεγκτικό Συνέδριο ως δικαστήριο και να μετατραπεί σε σύγχρονη ανεξάρτητη ελεγκτική αρχή, όπως σ’ άλλες χώρες.

8. Να καταργηθούν τα προνόμια του δημοσίου τομέα και να προσαρμοστούν τα δεδομένα της λειτουργίας του προς αυτά του ιδιωτικού τομέα. Δεν μπορεί άλλο να σηκώσει ο ιδιωτικός τομέας τα “κεκτημένα” του δημόσιου.

Κυρίες και κύριοι,

Πολλοί από εσάς, ακούγοντάς με, θα πείτε ότι όλα αυτά που προτείνω είναι μάταια, ότι δεν γίνονται. Θέλω να επαναλάβω τη ρήση του αείμνηστου Δημήτρη Τσάτσου, ότι «η μάταιη προσπάθεια δεν είναι μία άχρηστη προσπάθεια».

Θα ήθελα αυτό το ριζοσπαστικό πνεύμα να κυριαρχήσει στη χώρα, για να ορίσουμε εμείς το μέλλον μας και όχι η απελπισία.



Το κείμενο αυτό είναι η ομιλία του Αλέκου Παπαδόπουλου στο συνέδριο του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) που έγινε στις 23.11.2010 με τίτλο «Η Κρίση Μητέρα της Αλλαγής - Για μια Διαφορετική Ελλάδα».

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

Πρότασης συνέχεια.

Πρότασης συνέχεια
23/11/2010

του Γιάνη Βαρουφάκη

Η δημοσίευση της Πρότασης για Έξοδο από την Κρίση προκάλεσε μια πληθώρα ερωτημάτων και σχολίων τα οποία αποτελούν ιδανική βάση για χρήσιμο διάλογο εντός και εκτός των συνόρων (βλ. εδώ για την αγγλική έκδοση της πρότασης).

Επέλεξα λοιπόν δύο ερωτήματα και ένα σχόλιο για αρχή. Το πρώτο ερώτημα αφορά την Ιρλανδία και ετέθη από τον Alan Freeman, συνάδελφο από τον Καναδά ο οποίος με ρωτά: "Πως θα βοηθούσαν την Ιρλανδία οι δύο παρεμβάσεις που προτείνεις;" Ένας άλλος συνάδελφος, ο Gavan Butler, καθηγητής από την Αυστραλία με μεγάλη, προσωπική πείρα της Κρίσης της Ν.Α. Ασίας (του 1997), μου έστειλε ένα συγκλονιστικό σχόλιο με το οποίο συγκρίνει αυτά που συμβαίνουν στην Ευρώπη σήμερα με εκείνη την Κρίση στην άλλη μεριά της γης. Παρακάτω παραθέτω τόσο το σχόλιο του Gavan όσο και την συζήτησή μου με τον Alan. Πριν όμως από αυτά, ξεκινώ με ένα αμείλικτο ερώτημα το οποίο, εύλογα, μου θέτουν πολλοί, συμπεριλαμβανομένων και αναγνωστών του protagon: "Γιατί να αποδεχθούν την πρότασή σου οι Γερμανοί;"


Τι συμφέρον έχει η Γερμανία να δεχθεί μια τέτοια πρόταση;

Απαντώ: Το συμφέρον της Γερμανίας ταυτίζεται με την σωτηρία του ευρώ. Και η σωτηρία του ευρώ δεν θα επιτευχθεί χωρίς μια λύση που θα βασίζεται λίγο-πολύ στην λογική που διέπει την πρότασή μου. Τα γεγονότα στην Ιρλανδία αποτελούν κομμάτι ενός ντόμινο εν εξελίξει του οποίου το τελευταίο θύμα θα είναι το ευρώ. Αυτό το ντόμινο δεν θα σταματήσει ούτε με δάνεια ούτε με περιοριστικές πολιτικές. Για να σταματήσει απαιτείται μια επανα-διαπραγμάτευση μεταξύ όλων των υπερχρεωμένων κρατών και των ζημιογόνων ευρωπαϊκών τραπεζών (και όχι μόνο της Ιρλανδίας) ώστε να μειωθεί το σύνολο των χρεών-ζημιών. Χωρίς μια τέτοια αναδιάρθρωση (α) του κρατικού χρέους που κατέχουν οι τράπεζες και (β) των τραπεζικών ζημιών/χρεών που καλείται να καλύψει το ευρωπαϊκό δημόσιο, το ευρώ θα μας αφήσει χρόνους. Αν συμβεί αυτό, και το ευρώ σπάσει στα εξ ων συνετέθη, ή αν σπάσει στα δύο (με τις πλεονασματικές χώρες να συμμετέχουν στην ζώνη του νέου μάρκου), η Γερμανία θα υποφέρει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα της ευρωζώνης. Ήδη, η Γερμανική κοινωνία σιγοβράζει από την μείωση του βιοτικού επιπέδου του εργαζόμενών της οι οποίοι βλέπουν τα εισοδήματά τους να φθίνουν παρά το γεγονός ότι εκείνοι δουλεύουν παραγωγικότερα και περισσότερο από ποτέ. Η επιστροφή στην ζώνη του νέου μάρκου θα τινάξει στα ύψη την αξία του νέου γερμανικού νομίσματος, οι εξαγωγές θα καταρρεύσουν και η πολιτική ηγεσία θα βρεθεί υπό διωγμό τόσο από την γερμανική εργατική τάξη όσο και από τους γερμανούς επιχειρηματίες. Να ο βασικός λόγος που η Γερμανία, όταν ο κόμπος έρθει στο χτένι, θα αποδεχόταν μια παρέμβαση σαν την πρώτη από τις δύο που περιγράφω στην πρόταση που κατέθεσα.


Όσο για την δεύτερη παρέμβαση, εκείνη που αφορά στο μέλλον της Ευρώπης και προτείνει την μεταφορά ομολόγων αξίας ίσης με το 60% του ΑΕΠ της κάθε χώρας στην ECB (με παράλληλη έκδοση από την τελευταία ευρωομολόγων ίσης αξίας), μου τέθηκε το εξής ερώτημα από αναγνώστη που θεωρεί την πρότασή μου, επιεικώς, λανθασμένη: "Εάν γίνει αυτό που λέτε δεν θα μεταφερθεί το συστημικό ρίσκο στην ECB; Ποιός θα το δεχθεί αυτό; Οι Ολλανδοί, οι Γερμανοί;" Καταλήγει μάλιστα ο αναγνώστης λέγοντας: "Οι αγορές θα ξεσκίσουν τα νέα ομόλογα". Δεν αμφιβάλλω ότι η πλειοψηφία των Γερμανών πολιτικών έτσι σκέφτονται - προς το παρόν. Όμως το αντίθετο ισχύει. Αν δεν μεταφερθεί ένα σημαντικό μέρος του υπάρχοντος χρέους στην ECB τότε είναι που το ευρωσύστημα θα καταρρεύσει. Το συστημικό ρίσκο αυτή την στιγμή, χωρίς τα ευρωομόλογα, είναι απείρως μεγαλύτερο από ό,τι θα ήταν με την έκδοση ευρωομολόγων. Για να το πω απλά, η ευρωζώνη, συνολικά, δεν έχει πρόβλημα χρέους. Το πρόβλημα προκύπτει γιατί το χρέος είναι κατανεμημένο σε χώρες και τράπεζες που δεν μπορούν να το σηκώσουν στις καχεκτικές τους πλάτες. Πέφτοντας όμως μία-μία, θύματα ουσιαστικής πτώχευσης, δημιουργείται μια δυναμική, ένα ντόμινο, που θα συμπαρασύρει, εν έλει, και την Γερμανία, την Αυστρία, την Ολλανδία. Τέλος, επειδή ακριβώς τα ευρωομόλογα θα διατιμώνται ανάλογα με το συνολικό χρέος της ΕΕ, που είναι πολύ-πολύ μικρό, θα γίνουν ανάρπαστα αγαπητέ αναγνώστη.

Τίποτα από αυτά που λέω δεν σημαίνει, βέβαια, ότι οι Γερμανοί θα συμφωνήσουν. Μπορεί να μην συμφωνήσουν με μια πρόταση σαν την δική μου και, έτσι, το ευρώ να καταρρεύσει όπως ο Κανόνας του Χρυσού στην δεκαετία του 1930 ή η Λατινική Ένωση πιο πριν - παραδείγματα αποτυχημένων προσπαθειών δημιουργίας κοινών νομισμάτων χωρίς την υποστήριξη αυτού που ονόμασα στην Πρόταση "Μηχανισμό Ανακύκλωσης Πλεονασμάτων" (τον οποίο ρόλο προτείνω να παίζει στην ευρωζώνη η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, ΕΙΒ). Όμως ουδέν σημαντικότερον του συμφέροντος. Η Γερμανική οικονομία έχει δομική ανάγκη όχι απλά να εξάγει στην υπόλοιπη Ευρώπη αλλά να εξάγει περισσότερα από όσα εισάγει από τους εταίρους της. Όσο η ευρωπαϊκή περιφέρεια βυθίζεται την δίνη της Κρίσης, και όσο περισσότερο τα πειθαρχικά μέτρα που επιβάλλει το Βερολίνο σε χώρες όπως η δική μας αποψιλώνουν την ζήτηση, επιδεινώνουν τα ελλείμματα και αποσταθεροποιούν το ευρώ, τόσο πιο κοντά έρχεται η μέρα που η Γερμανία θα σκύψει με προσοχή πάνω από μία πρόταση σαν αυτή που συζητάμε εδώ. Υπάρχουν ενδείξεις για αυτό; Υπάρχουν!

Εντελώς τυχαία την ίδια μέρα που πρωτοπαρουσιάσαμε, εδώ στο protagon.gr, την Πρόταση, η λογική πάνω στην οποία χτίστηκε επιβραβεύτηκε από μία πηγή εντελώς απρόσμενη: Από ένα πρωτοσέλιδο άρθρο της κορυφαίας Γερμανικής οικονομικής εφημερίδας Handelsblatt. Ποια λογική; Να σας θυμίσω ότι τον περασμένο Μάιο, όταν η Ελλάδα μπήκε στον αστερισμό της τρόικας και του μνημονίου, σχεδόν όλοι οι σχολιαστές, σε Ελλάδα και εξωτερικό, στέκονταν στο γεγονός ότι η χώρα μας εξασφάλισε το μεγαλύτερο δάνειο της ιστορίας: 110 δις ευρώ. Οι διαφωνούντες με την δανειακή αυτή σύμβαση τρόικας και ελληνικής κυβέρνησης χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες. Σε εκείνους εκτός των τειχών (κυρίως Γερμανούς) που θεωρούσαν ότι η Ελλάδα δεν άξιζε μια τόσο μεγάλη βοήθεια και στους εσωτερικούς επικριτές οι οποίοι πίστεψαν (σωστά) ότι το νέο δάνειο ήταν δώρον άδωρον καθώς οι όροι του είναι δυσβάστακτοι και τα επιτόκια τοκογλυφικά. Κάποιοι από εσάς ίσως θυμάστε ένα δικό μου άρθρο εκείνο τον Μάιο το οποίο παρουσίασε μια άποψη που πολλοί θεώρησαν εκκεντρική: Την άποψη ότι η επιβολή των όρων του μνημονίου στην Ελλάδα ήταν εγκληματική όχι επειδή αποτελούσε απάνθρωπη τιμωρία για εμάς τους έλληνες αλλά επειδή θα είχε τραγικές συνέπειες στον γερμανικό λαό. Έκλεινα εκείνο το άρθρο με τα λόγια: "Αυτό θα έλεγα στον μέσο γερμανό, αν με άκουγε. Θα του έλεγα ξανά και ξανά ότι εμείς οι έλληνες μπορεί και να αξίζουμε, έτσι που τα κάναμε, την μετατροπή της χώρας μας σε καμένη γη. Θα τον ρωτούσα όμως: Αξίζει σε εσάς, στους γερμανούς εργαζόμενους, μια πολιτική ελίτ που σας οδηγεί ολοταχώς στις αγκάλες ενός οικονομικού ολοκαυτώματος;" Το επιχείρημα στο οποίο στήριζα αυτό το συμπέρασμα ήταν ότι το μνημόνιο αποτελούσε μια νέα έκφανση της Συνθήκης των Βερσαλλιών: μια συνθήκη που έμεινε στην ιστορία επειδή όχι απλά τιμώρησε την ηττημένη Γερμανία μετά την λήξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου (πάντα αυτό κάνουν οι νικητές στους ηττημένους) αλλά επειδή τελικά αποδείχθηκε καταστροφική και για τους... νικητές. (Βλ. εδώ για την αγγλική έκδοση εκείνου του άρθρου το οποίο μάλιστα είχε τίτλο: Μια Νέα Συνθήκη των Βερσαλλιών Πλανάται στην Ευρώπη)

Φαίνεται ότι χρειάστηκαν έξι μήνες ώστε η εφημερίδα Handelsblatt να καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα. Σε πρωτοσέλιδο με τίτλο Βερσαλλίες Δίχως Πόλεμο η εφημερίδα που διαμορφώνει συνειδήσεις επιχειρηματιών και πολιτικών ουσιαστικά αναπαράγει την λογική που είχα αναπτύξει τον Μάιο από το protagon.gr και καλεί την κα Μέρκελ να ετοιμαστεί να αλλάξει ρώτα. Αν και δεν το αναφέρει καθαρά, ο συντάκτης του άρθρου υπονοεί την ανάγκη έκδοσης ευρωομολόγων και δημιουργίας Μηχανισμού Ανακύκλωσης Πλεονασμάτων. Πριν έξι μήνες δεν θα είχε εκφράσει τέτοιες σκέψεις. Η Κρίση όμως αλλάζει τους ανθρώπους. Άλλωστε οι πρώτες αχτίδες του ήλιου πάντα κάνουν την εμφάνισή τους στην πιο σκοτεινή στιγμή της νύχτας.

Πως θα βοηθούσε η Πρόταση την Ιρλανδία;

Παραθέτω χωρίς περαιτέρω σχόλια τον διάλογό μου με τον Alan Freeman:



AF: Πως θα βοηθούσε αυτή η Πρόταση την Ιρλανδία;

ΓΒ: Με δύο τρόπους: Πρώτον, στην φάση της Μεγάλης Διαπραγμάτευσης (μεταξύ των όλων των ευρωπαϊκών τραπεζών, όλων των υπερχρεωμένων κρατών, και της ECB-ΕΕ), οι ευρωπαϊκές τράπεζες (και οι Ιρλανδικές βέβαια) θα δέχονταν να ανταλλάξουν τα ομόλογα της Ιρλανδίας με νέα ομόλογα μικρότερης αξίας και επιμηκυμένης λήξης. Έτσι, το Ιρλανδικό κράτος θα έβλεπε τις δανειακές του υποχρεώσεις να μειώνονται σημαντικά. Παράλληλα, η ECB θα υποσχόταν στις τράπεζες (και τις Ιρλανδικές) συνεχιζόμενη παροχή ρευστότητας για δέκα χρόνια. Με αυτή την Συμφωνία το χρέος του Ιρλανδικού κράτους θα μειωνόταν, το ίδιο και η αβεβαιότητα για τις τράπεζες της χώρας. Αυτόματα, τα spreads της Ιρλανδίας θα έπεφταν και το δάνειο από την τρόικα δεν θα είχε λόγο ύπαρξης (καθώς τα επιτόκια που προσφέρει είναι αρκετά υψηλά). Δεύτερον, στην δεύτερη φάση της πρότασης (που στοχεύει στην Ανάκαμψη), το Ιρλανδικό κράτος θα μπορούσε να μεταφέρει όλα τα ομόλογά του στην ECB η οποία θα εκδώσει ευρωομόλογα με επιτόκιο σχεδόν το μισό των αρχικών. Πληρώνοντας αυτούς του (μισούς) τόκους, το Ιρλανδικό κράτος θα ανακουφιζόταν ακόμα περισσότερο. Τέλος, αν δινόταν η δυνατότητα στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΙΒ) να επενδύει στην Ιρλανδία χωρίς την ανάγκη συγχρηματοδότησης από το κράτος (με συγχρηματοδότηση από την ECB, μέσω των νέων ευρωομολόγων), η ανάκαμψη της Ιρλανδικής οικονομίας θα ήταν δεδομένη.



Alan Freeman: Αυτό σημαίνει ότι η ECB θα αναλάμβανε τα χρέη της Ιρλανδίας;

ΓΒ: Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ECB έχει αναλάβει εδώ και καιρό να στηρίζει τις Ιρλανδικές τράπεζες δίνοντάς τους πάνω από 70 δις ευρώ χωρίς κανένα ουσιαστικό αντίκρισμα. Παρόλα αυτά, οι τράπεζες εξακολουθούν να μην μπορούν να επιπλεύσουν και, μάλιστα, τραβάνε στον πάτο και το Ιρλανδικό δημόσιο. Η Πρόταση προβλέπει έναν αποτελεσματικότερο μηχανισμό στήριξης της Ιρλανδίας σε σχέση με την κατασπατάληση χρήματος τόσο από την ECB όσο και, τώρα, με τα δάνεια της τρόικας που θα οδηγήσουν την χώρα στην ασφυξία. Το πρώτο μέρος της Πρότασης κόβει τον Γόρδιο Δεσμό του Χρέους-Τραπεζικών Ζημιών (α) επιβάλλοντας στις τράπεζες μείωση των απαιτήσεών τους από το πτωχευμένο Ιρλανδικό δημόσιο (το οποίο εκείνες οδήγησαν στην πτώχευση) και (β) εξασφαλίζοντάς τους ρευστότητα ώστε να επιβιώσουν. Το δεύτερο μέρος της Πρότασης, με την πρόβλεψη της έκδοσης ευρωομολόγων από την ECB (που θα χρηματοδοτήσει την μεταφορά των Ιρλανδικών ομολόγων στην ECB), δεν σημαίνει ότι η ECB αναλαμβάνει να πληρώσει το χρέος της Ιρλανδίας. Σημαίνει ότι η ECB αναλαμβάνει να βοηθήσει την υπερχρεωμένη Ιρλανδία να εξασφαλίσει στις αγορές χαμηλότερα επιτόκια. Είναι σαν οι γονείς ενός νέου ζευγαριού, επειδή έχουν καλύτερη πιστοληπτική ικανότητα, να πάρουν ένα στεγαστικό δάνειο εκ μέρους του ζευγαριού εξασφαλίζοντάς του χαμηλότερους τόκους, τους οποίους όμως πληρώνει το ζευγάρι. Η ουσία της Πρότασης είναι να διασώσει το ευρώ μειώνοντας το βουνό Χρέους-Τραπεζικών Ζημιών που έχει ήδη βάλει μπροστά το ντόμινο της συμφοράς.


AF: Αυτό ακούγεται πολύ απλό και λογικό. Η ECB θα είχε αντίρρηση;

ΓΒ: Το ΔΣ της ECB στην πλειοψηφία του θα συμφωνούσε, με εξαίρεση τον κ. Axel Weber. Όμως δεν θα το έλεγαν δημοσίως όσο η Γερμανία απορρίπτει κάθε κουβέντα για κάτι τέτοιο. Η αλήθεια είναι ότι, σε αυτή την φάση, η Γερμανία, και συνεπώς ο κ. Weber, θα αντιτίθετο σε οποιαδήποτε πρόταση δημιουργίας σύνθετου, ευρωπαϊκού χρέους. Επιμένουν, προς το παρόν, ότι κάθε ευρώ χρέους πρέπει να αντιστοιχεί σε μία και μόνο μία χώρα. Διαισθάνομαι ότι θα συνεχίσουν να αντιστέκονται στην ιδέα δημιουργίας μιας κατηγορίας ευρωπαϊκού χρέους όσο μπορούν. Όμως, την στιγμή που θα πρέπει να διαλέξουν αν θα πρέπει να θυσιαστεί το ενιαίο ευρώ ή η εθνική ταυτότητα του χρέους, θα επιλέξουν να θυσιάσουν την δεύτερη. Δική μας υποχρέωση είναι να έχουμε έτοιμη μία πρόταση λογική και όσο γίνεται πιο ευκολό-πεπτη για την Γερμανία. Η Πρόταση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά. Αναφέρω δύο: Πρώτον, ότι η μεταφορά των εθνικών ομολόγων στα ευρωομόλογα δεν θα είναι άνευ ορίου αλλά θα σέβεται τους κανόνες του Maastricht και, συγκεκριμένα, τον κανόνα που λέει ότι μια χώρα δικαιούται να έχει χρέος το πολύ ίσο με το 60% του ΑΕΠ. Δεύτερον, αναφέρει ότι, σε αντάλλαγμα της έκδοσης ευρωομολόγων οι εταίροι αποδέχονται κεντρικό έλεγχο των δημοσιονομικών τους - έναν πάγιο πόθο της Γερμανίας. Σε αυτά μπορούμε να προσθέσουμε και ένα τρίτο δέλεαρ για την Γερμανία: Μείωση του ποσού που συνεισφέρει κάθε χρόνο στην ΕΕ από το υστέρημα του προϋπολογισμού της. Με τέτοιου είδους αντισταθμιστικά οφέλη η Γερμανία, την κατάλληλη στιγμή, θα έκανε πίσω. Όταν και εάν κάνει πίσω, και μόνον τότε, θα βγει η ECB να δηλώσει δημοσίως ότι συμφωνεί με μια πρόταση σαν αυτή που συζητάμε εδώ.

Μία πρόταση για την Κρίση.

Μία πρόταση για την Κρίση
18/11/2010

του Γιάνη Βαρουφάκη

Όταν το σπίτι μας καίγεται, κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσουμε την ερμηνεία του φαινομένου και να καταπιαστούμε με την πυρόσβεση. Ο αναγνώστης που θεωρεί ότι ο μηχανισμός στήριξης της ελληνικής οικονομίας έχει περιθώρια να αποδώσει επιθυμητά αποτελέσματα, ας σταματήσει την ανάγνωση εδώ. Όποιος ακόμα πιστεύει πως η Κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί σε εθνικό επίπεδο, μέσα από τον συνδυασμό περιορισμού του κράτους, αύξησης φόρων, καταπολέμησης της διαφθοράς και διαρθρωτικών αλλαγών, θα έπρεπε να έχει ήδη σταματήσει να διαβάζει. Το άρθρο αυτό έχει γραφτεί για εσάς που έχετε πλέον πειστεί, ίσως μετά το ξέσπασμα της Ιρλανδικής κρίσης, ότι όλη η Ευρώπη αρμενίζει στραβά. Ότι ναι μεν η Ελλάδα κουβαλάει από καιρό τα δικά της, ιδιαίτερα, αμαρτήματα αλλά ότι η παρούσα Κρίση μόνο σε Ευρωπαϊκό επίπεδο μπορεί να αντιμετωπιστεί. Στις αράδες που ακολουθούν προτείνω δύο εφικτές τομές που θα έβγαζαν την Ευρώπη από την Κρίση και θα έδιναν στην Ελλάδα τις ανάσες που χρειάζεται για να κάνει τις μεταρρυθμίσεις που τόση ανάγκη έχουμε.


Το ζητούμενο

Δύο πράγματα έχει ανάγκη η Ευρώπη: Σταθεροποίηση και Ανάκαμψη. Η Σταθεροποίηση απαιτεί το σπάσιμο του φαύλου κύκλου στην παγίδα του οποίου έχει πιαστεί όλη η ευρωζώνη. Ποιος είναι αυτός; Η ευρωζώνη ταλανίζεται από δύο παράλληλες και αλληλένδετες κρίσεις. Όμως η ΕΕ επικεντρώνεται στην μία αγνοώντας επιδεικτικά την άλλη. Έτσι, η συνολική Κρίση χειροτερεύει. Πιο συγκεκριμένα, η κρίση που τραβά την προσοχή όλων, είναι η κρίση χρέους των υπερχρεωμένων κρατών. Η Ευρώπη ρίχνει όλο της το βάρος στη τιθάσευση αυτής της κρίσης μέσω περιορισμών, περικοπών, λιτότητας κλπ. Στο μεταξύ τα γιατροσόφια αυτά έχουν ως αποτέλεσμα να φουντώνει η δεύτερη, παραμελημένη, κρίση που, δυστυχώς, είναι εξ ίσου σημαντική: Είναι η κρίση των ευρωπαϊκών τραπεζών στις οποίες 'ανήκει' το χρέος των υπερχρεωμένων κρατών. Πρόκειται για τράπεζες νεκροζώντανες που επιβιώνουν διασωληνομένες με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ECB) η οποία τις κρατά σε αυτή την κατάσταση ζόμπι ταΐζοντας τες άπλετο, πάμφθηνο δανεικό χρήμα. Έλα όμως που εκείνες, όσα κεφάλαια και να τους δανείσει η ECB, αρνούνται να δανείσουν στις επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά επειδή τρέμουν στην σκέψη ότι δεν θα πάρουν πίσω τα χρήματα που τους χρωστούν τα υπερχρεωμένα κράτη; Το αποτέλεσμα είναι μία πανευρωπαϊκή τραπεζική 'απεργία' δανειοδότησης του ιδιωτικού τομέα. Κάπως έτσι βαθαίνει η ύφεση, μειώνονται τα κρατικά έσοδα των υπερχρεωμένων κρατών, αυξάνονται τα χρέη τους ως ποσοστό του ΑΕΠ και, συνεπώς, πανικοβάλλονται ακόμα πιο πολύ οι τράπεζες.

Να ο φαύλος κύκλος που πρέπει να σπάσει ώστε να σταθεροποιηθεί η ευρωζώνη. Όμως και να σπάσει, αυτό δεν εγγυάται ότι δεν θα μας ξαναπροκύψει. Ούτε ότι το σπάσιμό του, από μόνο του, θα φέρει την Ανάκαμψη, δηλαδή την απορρόφηση 16 εκατομμυρίων ανέργων και 20 εκατομμυρίων υπο-απασχολούμενων ευρωπαίων που χάνουν, μέρα με την μέρα, την εμπιστοσύνη τους στην δυνατότητα της δημοκρατίας να βρει λύσεις, πέφτοντας έτσι εύκολα θύματα της ξενοφοβίας, της μισαλλοδοξίας και του λαϊκισμού. Για αυτό τον λόγο, καταθέτω μια πρόταση με δύο μέρη. Ένα για την Σταθεροποίηση της ευρωζώνης και αμέσως μετά ένα δεύτερο για την Ανάκαμψη.


Σταθεροποίηση: Το πρώτο μέρος της πρότασης

Πως λοιπόν σπάει ο φαύλος κύκλος που μεταδίδει την Κρίση από την Ελλάδα στην Ιρλανδία, και από την κρίση χρέους στην κρίση του τραπεζικού συστήματος, κατόπιν στην επιταχυνόμενη ύφεση και τανάπαλιν; Ιδού ένας απλός τρόπος: Φανταστείτε ότι αντί για τις διμερείς 'διαπραγματεύσεις' μεταξύ τρόικας και ελληνικής κυβέρνησης, ή τρόικας και ιρλανδικής κυβέρνησης, κλπ., συγκαλείται μία Τριμερής Σύνοδος στην οποία συμμετέχουν:


(Α) Αρχηγοί των υπερχρεωμένων κρατών (Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία, Βέλγιο),
(Β) Εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών τραπεζών που κατέχουν τα ομόλογα των προηγούμενων, και
(Γ) Εκπρόσωποι της ευρωζώνης, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ECB), της ΕΕ, ακόμα και του ΔΝΤ



Έχοντας και τα δύο μέρη του 'προβλήματος' στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης, μαζί με τους ασκούντες την οικονομική πολιτική της ευρωζώνης, μια αμοιβαία επωφελής συμφωνία είναι εφικτή που θα συρρικνώσει το συνολικό χρέος, θα καταπραΰνει τις αγορές, και θα σταθεροποιήσει την κατάσταση. Ακολουθεί ένα παράδειγμα τέτοιας συμφωνίας:



(1) Οι ευρωπαϊκές τράπεζες αποδέχονται να μειώσουν τις απαιτήσεις τους από τα υπερχρεωμένα κράτη (π.χ. αποδεχόμενες νέα ομόλογα μικρότερης αξίας και μακρύτερης διάρκειας).
(2) Τα υπερχρεωμένα κράτη δεσμεύονται να περιορίσουν τις δαπάνες τους σε τομείς που δεν ενισχύουν την φτώχεια και δεν πλήττουν την μελλοντική παραγωγικότητα της χώρας τους.
(3) Η ECB αναλαμβάνει να παράσχει όση ρευστότητα χρειάζονται οι τράπεζες στο διηνεκές ενώ, παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕIB) αναλαμβάνει να πολλαπλασιάσει, με συνοπτικές διαδικασίες, τις επενδυτικές της δραστηριότητες σε περιφέρειες, και όχι μόνο χώρες, πληττόμενες από την ύφεση.



Παρατηρήστε πως μια τέτοια συμφωνία θα συρρίκνωνε το συνολικό χρέος χωρίς να πλήξει τους κατόχους ομολόγων στο σύνολό τους (π.χ. ιδιώτες, ασφαλιστικά ταμεία) και σίγουρα όχι εκείνους που δεν έφταιξαν σε κάτι για την σημερινή ευρωπαϊκή Κρίση.



Έτσι, εξασφαλίζεται η αξιοπιστία των ευρωπαϊκών κρατών απέναντι στους δανειστές μας. Το 'κούρεμα' των κρατικών χρεών που θα προκύψει στο πλαίσιο του (1) παραπάνω θα αφορά μόνο τις ευρωπαϊκές τράπεζες που αμάρτησαν οικτρά προ του 2008 και οι οποίες, έτσι κι αλλιώς, φυτοζωούν ελέω του ευρωπαϊκού δημοσίου (της ECB). Προσέξτε ότι ακόμα και αυτές θα ανακουφιστούν από μια τέτοια συμφωνία. Κι αυτό επειδή, όπως έχουν τα πράγματα σήμερα, με την κρίση χρέους και ύφεσης να πλήττει όλο και πιο βάναυσα τα υπερχρεωμένα κράτη, οι τράπεζες φοβούνται ότι το 'κούρεμα' που τελικά θα υποστούν θα είναι πολύ πιο άγαρμπο από αυτό στο οποίο θα συμφωνούσαν στο πλαίσιο της Συνόδου που πρότεινα παραπάνω. Επί πλέον, μια τέτοια συμφωνία θα τους εξασφάλιζε την συνέχιση της στήριξης από την ECB για χρόνια πολλά (ή έως ότου έρθει η πολυπόθητη Ανάκαμψη) ενώ, παράλληλα, η δραστηριοποίηση της ΕΙΒ θα ενέπνεε κύματα αισιοδοξίας για την αναπτέρωση της οικονομικής δραστηριότητας. Εν συντομία, μία συμφωνία σαν αυτή θα οδηγούσε στην άμεση συρρίκνωση του συνολικού χρέους χωρίς χαμένους. Αυτό θα το κατανοούσαν οι αγορές και πολύ γρήγορα η Σταθεροποίηση θα ήταν γεγονός (και τα περιβόητα spreads θα υποχωρούσαν).


Μετά την σταθεροποίηση, τι;

Η Σταθεροποίηση, όταν την πετύχουμε, θα βρει την Ευρώπη λαβωμένη, υποτονική, περισσότερο διαιρεμένη από ποτέ. Για να επιτευχθεί η Ανάκαμψη πρέπει πρώτα από όλα να μειωθεί κι άλλο, και σε βάθος χρόνου, το συνολικό χρέος, να αυξηθούν ραγδαία οι επενδύσεις και, πάνω από όλα, να ξανα-σχεδιαστεί η αρχιτεκτονική του ευρώ ώστε η Ευρώπη να μπορεί να κοιμάται ήσυχη με την σκέψη ότι διορθώθηκαν τα δομικά του προβλήματα και ότι μια νέα αρνητική εξέλιξη δεν θα μας επιστρέψει στην παγίδα του σημερινού φαύλου κύκλου. Πριν καταθέσω το δεύτερο μέρος της πρότασής μου, επιτρέψτε μου πρώτα μια επισκόπηση των προτάσεων που έχουν συζητηθεί ήδη για το μέλλον της ευρωζώνης καθώς και μια εξήγηση γιατί δεν τις θεωρώ ικανοποιητικές.


Αν η σημερινή Κρίση απέδειξε κάτι αυτό ήταν πως η νομισματική μας ένωση στερείται τα αμορτισέρ που χρειάζονται ώστε να απορροφήσουν τους κραδασμούς ενός μεγάλου σεισμού. Η ακαμψία του υπάρχοντος ευρωσυστήματος αντανακλάται στο ιδεολογικό τρίπτυχο της ευρωζώνης: "Απαγορεύεται η Διάσωση - Απαγορεύεται η Έξοδος - Απαγορεύεται η Αναδιάρθρωση". Με άλλα λόγια, ένα κράτος-μέλος το οποίο βρίσκεται στην δεινή θέση να μην μπορεί να αποπληρώσει τα χρέη του δεν δικαιούται να περιμένει βοήθεια από τις Βρυξέλλες, δεν δικαιούται να βγει από την ευρωζώνη (για να αντιμετωπίσει την κρίση υποτιμώντας το νόμισμά του), και δεν δικαιούται να απειλήσει με στάση πληρωμών ζητώντας καλύτερους όρους αποπληρωμής. Αυτό το τρίπτυχο επιβλήθηκε εξ αρχής με σκοπό να απαντηθεί η κριτική των ευρωσκεπτικιστών ότι η νομισματική ένωση θα έδινε κίνητρα σε κάποιες χώρες, όπως η Ιταλία και η Ελλάδα, να χρεώνονται χωρίς περιορισμούς με αποτέλεσμα το ευρώ να είναι ένα αδύνατο, πληθωριστικό νόμισμα. Τότε που σχεδιαζόταν το ευρώ, το τρίπτυχο άρεσε ως ιδέα με την τριπλή απαγόρευση να χαϊδεύει τα αυτιά, ιδίως τα γερμανικά, και να φαντάζει ως εγγύηση της αξίας του κοινού νομίσματος.


Το πρόβλημα όμως με το συγκεκριμένο τρίπτυχο είναι και δεν απέτρεψε τον υπερδανεισμό και είναι ανεφάρμοστο σε περίοδο Κρίσης (ίσως μάλιστα να μην τον απέτρεψε επειδή είναι ανεφάρμοστο). Πριν το 2008, τότε που το χρηματοπιστωτικό σύστημα παρήγαγε ωκεανούς νέου ιδιωτικού χρήματος καθημερινά, οι οικονομίες της ευρωζώνης μεγεθύνονταν όλες μαζί (αν και σε διαφορετικούς ρυθμούς και με διαφορετικό, ποιοτικά, τρόπο). Υπό αυτές τις συνθήκες, το τρίπτυχο άντεχε. Όταν όμως ήρθε η Πτώση, τα τρία του "Απαγορεύεται" άρχισαν να μην μπορούν να συγκατοικήσουν: Δεδομένου ότι, πράγματι, έξοδος από το ευρώ είναι τεχνικά αδύνατη, οι υπερχρεωμένες χώρες που βρέθηκαν σε αδυναμία αποπληρωμής δανείων είτε θα πτώχευαν (επιβάλλοντας de facto την Αναδιάρθρωση) είτε θα διασώζονταν (με την παροχή χαμηλότοκων δανείων). Τελικά, στην περίπτωση της Ελλάδας, η Γερμανία επέβαλε να μην γίνει ούτε το ένα ούτε και το άλλο. Απλά, το πρόβλημα παραπέμφθηκε, διογκούμενο, στο μέλλον. Πως; Προσφέροντας ένα νέο τεράστιο δάνειο σε όρους απαγορευτικούς. Γιατί απαγορευτικούς; Επειδή είχαν στόχο να διατηρήσουν ανέπαφο το τρίπτυχο. Με άλλα λόγια, το ότι το Μνημόνιο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί Διάσωση της χώρας (ό,τι και να λέει ο πρωθυπουργός) οφείλεται στο ότι η Γερμανία το σχεδίασε ώστε να μην αποτελεί Διάσωση. Η αποτυχία του ήταν προϊόν σχεδίου και ουχί ατυχήματος. Γιατί; Επειδή η Γερμανία δεν είχε, τουλάχιστον ως τον περασμένο Μάιο, αποδεχθεί το τέλος του τρίπτυχου.


Πέρασαν έξι μήνες μέχρι η κα Μέρκελ να παραδεχθεί το προφανές: Ότι το πρόβλημα δεν λύθηκε τον Μάιο αλλά απλά αναβλήθηκε διογκούμενο. Η παραδοχή αυτή πήρε την μορφή της αναγνώρισης ότι το τρίπτυχο δεν μπορεί να επιζήσει της Κρίσης. Ότι πρέπει να αναθεωρηθεί. Κάπως έτσι προέκυψε η πρόταση της κας Μέρκελ, που ανοήτως αποδέχθηκε ο κ. Σαρκοζύ, να καταργηθεί το ένα από τα τρία "απαγορεύεται": το τρίτο, που απαγορεύει την Αναδιάρθρωση. Η σκέψη της κας Μέρκελ ήταν ότι, στο μέλλον, πρέπει να επιτρέπεται. Η τραγωδία εδώ είναι ότι αυτή της η πρόταση δεν θα βοηθήσει μελλοντικά ενώ υπονομεύει την δική της πολιτική που μας επέβαλε τον Μάιο και την οποία επιμένει ότι πρέπει να ακολουθήσουμε:



• Υπονομεύει το παρόν γιατί, όπως επισήμανε σωστά ο Γιώργος Παπανδρέου, οι αγορές άκουσαν περί Αναδιάρθρωσης και πανικοβλήθηκαν, παρά το γεγονός ότι η κα Μέρκελ δεν αναφερόταν στο υπάρχον χρέος. Τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Η Κρίση είναι τόσο βαθειά που αυτά είναι ψιλά γράμματα για τις αγορές. Κάνουν σαν να θέλουν να πανικοβληθούν...
• Υπονομεύει το μέλλον επειδή, αντί να ενισχύει την αρχιτεκτονική της ευρωζώνης, την πλήττει ακόμα περισσότερο. Φανταστείτε να εκδίδει η Ελλάδα ομόλογα που προβλέπουν την πιθανή μείωση της ονομαστικής τους αξίας, σε περίπτωση που το κράτος μας αδυνατεί να τα πληρώσει. Ποιος θα τα αγοράσει; Κανείς, παρά μόνον αν του προσφέρουν τεράστια επιτόκια. Άρα, η πρόταση της κας Μέρκελ ουσιαστικά είναι να μην μπορούν τα κράτη που έχουν ανάγκη δανείων να δανείζονται. Άλλο ένα πειθαρχικό μέτρο το οποίο, ανεξάρτητα από τον αντίκτυπό του στην Ελλάδα, θα οδηγεί σε νέες κρίσεις χρέους χώρες που είναι ελλειμματικές - κρίσεις που (κι εδώ έγκειται η ανοησία της πρότασης) θα αποτελούν τροχοπέδη για ολόκληρη την ευρωζώνη, της Γερμανίας συμπεριλαμβανομένης



Μήπως η λύση βρίσκεται, όπως ισχυρίζονται κάποιοι φίλοι και συνάδελφοι, στην δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου (ΕΝΤ); Η ιδέα εδώ είναι να υπάρχει ένας μόνιμος μηχανισμός δανειοδότησης των υπερχρεωμένων κρατών, εφόσον αποδεχθούν αυστηρή λιτότητα, έως ότου μπορέσουν να ορθοποδήσουν. Με άλλα λόγια, η προτεινόμενη λύση είναι η μετατροπή του δικού μας μηχανισμού στήριξης ΔΝΤ-ΕΕ σε μόνιμο θεσμό εντός του κόλπου της ΕΕ - ένα ΕΝΤ που, ουσιαστικά, λειτουργεί ως εσωτερικό, μόνιμο ΔΝΤ. Θα ήταν κάτι τέτοιο μια λύση; Όχι και ξανά όχι. Το πρώτο όχι αναφέρεται στο γεγονός ότι, όπως αποδεικνύεται καθημερινά, αυτή η 'λύση', η οποία ήδη εφαρμόζεται στην Ελλάδα, δεν αποδίδει σε περιόδους Κρίσης. Το δεύτερο όχι αφορά το γεγονός ότι η πρόταση για ένα ΕΝΤ αγνοεί την ουσία του προβλήματος: Το πρόβλημα δεν είναι πως θα διασώζεται με νέα δάνεια ένα κράτος-μέλος αλλά το πως θα ξανα-σχεδιαστεί η αρχιτεκτονική του ευρώ ώστε τα μέλη-κράτη να μην χρειάζεται να διασωθούν με δανεικά υπό πίεση.



Εν πολλοίς, εδώ που φτάσαμε, η ευρωζώνη έχει έρθει αντιμέτωπη με το απλό αλλά αμείλικτο δίλημμα: Διαλύεται ή αλλάζει την αρχιτεκτονική της. Η διάλυση θα ήταν καταστροφική για όλους, τόσο για τις πλεονασματικές χώρες όσο και για τις υπερχρεωμένες. Ένα νέο γερμανικό νόμισμα θα υπερτιμάτο τόσο που η γερμανική βιομηχανία θα γονάτιζε, προς τέρψιν των ΗΠΑ και της Κίνας. Ένα νέο μαλακό ευρώ για εμάς τους παρακατιανούς (Έλληνες, Πορτογάλους κλπ) θα μας βοηθούσε μεν εξαγωγικά αλλά θα μας έστελνε στην αγκαλιά ενός άσπλαχνου στασιμοπληθωρισμού (συνύπαρξη ανεργίας και καλπάζοντος πληθωρισμού).
Συνεπώς, όλοι μας έχουμε συμφέρον να αποφύγουμε την διάλυση του ευρώ. Άρα, μας μένει ως μόνη ατραπός ο επανασχεδιασμός της ευρωζώνης. Πως την θέλουμε;


Τι πρέπει να αλλάξει;

Είναι πολλοί εκείνοι που πρεσβεύουν ότι η μόνη λύση είναι η ομοσπονδιοποίηση. Η δημιουργία οικονομικής κυβέρνησης της ευρωζώνης, όπως την χαρακτήρισε ο Νικολά Σαρκοζύ. Όμως με το που λένε κάτι τέτοιο, αμέσως πέφτουν σε βαθιά κατάθλιψη οι ίδιοι! Γιατί; Επειδή κατανοούν ότι πρόκειται για ουτοπία. Εδώ είδαμε και πάθαμε να εγκρίνουμε την Συμφωνία της Λισαβόνας. Ούτε στον αιώνα τον άπαντα δεν θα πέρναγε η ιδέα μιας οικονομικής ομοσπονδίας από τα κοινοβούλια της Γερμανίας, της Ιρλανδίας, της Δανίας κλπ κλπ. Με αυτή την σκέψη κατά νου, αποσύρουν την πρόταση της ομοσπονδίας και επιστρέφουν στην απόγνωση.

Κι όμως, δεν θα έπρεπε να απογοητεύονται. Ξέρετε γιατί; Επειδή δεν χρειάζεται καμία αλλαγή στο νομοθετικό πλαίσιο, κανένα μεγαλεπήβολο σχέδιο ομοσπονδίας, κανένας γύρος δημοψηφισμάτων και κοινοβουλευτικών διαδικασιών έγκρισης. Πράγματι, όλες οι αλλαγές που χρειάζονται μπορούν κάλλιστα να γίνουν χωρίς την παραμικρή θεσμική παρέμβαση. Μπορούμε να αποκτήσουμε, αύριο κιόλας, κοινή ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική, de facto οικονομική ομοσπονδία. Το μόνο που χρειάζεται είναι τρεις απλές αλλά γενναίες παρεμβάσεις. Τις παραθέτω παρακάτω:


Μια νεα αρχιτεκτονική του ευρώ: Το δεύτερο μέρος της πρότασης

(1) Άμεση, και χωρίς κόστος, μεταφορά ομολόγων του κάθε κράτους-μέλους αξίας ίση με το 60% του ΑΕΠ του στην ECB η οποία, για να τα καλύψει, εκδίδει ευρωομόλογα ίσης αξίας. Τα κράτη εξακολουθούν να χρωστούν τα ομόλογα αυτά αλλά πληρώνουν χαμηλότερους τόκους ανάλογους με το επιτόκιο των ευρωομολόγων
(2) Μαζικό πανευρωπαϊκό επενδυτικό πρόγραμμα συγχρηματοδοτούμενο από τη ΕΙΒ και την ECB, η οποία χρησιμοποιεί (για το δικό της μέρος) τα ευρωομόλογα που εκδίδει
(3) Νέοι εποπτικοί μηχανισμοί που θα επιβάλουν την δημοσιονομική πειθαρχία στα κράτη


Σήμερα, μόνο το (3) συζητείται, υπό την ασφυκτική πίεση της Γερμανίας. Είναι προφανές ότι, από μόνη της, η πειθαρχία δεν θα φέρει την ανάκαμψη. Τα (1) και (2) όμως έχουν την δυνατότητα να την επιτύχουν. Ας τα δούμε ένα-ένα και προσεκτικά:

Η παρέμβαση (1) σέβεται και αντανακλά την αρχή του Maastricht σύμφωνα με την οποία τα κράτη δικαιούνται ένα χρέος της τάξης του 60% του ΑΕΠ. Είναι, αν θέλετε, το νόμιμο χρέος της κάθε χώρας. Αφού λοιπόν είναι νόμιμο, μπορεί κάλλιστα να περάσει στην ECB η οποία το αναλαμβάνει εκδίδοντας ευρωομόλογα για να το καλύψει (τα χρέη πάνω από το 60% της κάθε χώρας παραμένουν πρόβλημά της - ένα πρόβλημα που όμως έχει ήδη αντιμετωπιστεί με το πρώτο μέρος της πρότασης, βλ. παραπάνω). Μια τέτοια κίνηση έχει τρία ευεργετικά αποτελέσματα: Πρώτον, μειώνει ιδιαίτερα το συνολικό βάρος του χρέους καθώς θα μειωθούν σημαντικά οι συνολικοί τόκοι. Δεύτερον, δεν παραβιάζει το Maastricht και, συνεπώς, δίνει στην Γερμανία 'άλλοθι' να αποδεχθεί την συγκεκριμένη παρέμβαση. Τρίτον, εκδίδοντας ευρωομόλογα η ECB θα ελκύσει επενδυτές και wealth funds (Κίνα, Νορβηγία, Αραβικά Εμιράτα) που πολύ θα ήθελαν να τα αγοράσουν. Έτσι, το ευρώ θα θέσει υποψηφιότητα για τον ρόλο ενός νέου αποθεματικού νομίσματος (σήμερα μόνο το δολάριο παίζει αυτό τον ρόλο).


Η παρέμβαση (2) θα αποτελέσει την βάση για ένα νέο πανευρωπαϊκό New Deal με στόχο αρχικά την Ανάκαμψη και στην συνέχεια την Ανάπτυξη. Στην βάση δανεισμού που αποκλειστικό στόχο θα έχει τις παραγωγικές επενδύσεις (και όχι την κάλυψη ελλειμμάτων), θα επιτρέπει παραγωγικές επενδύσεις στις ευρωπαϊκές περιφέρειες (όχι μόνο του Νότου) που μαστίζονται από την ύφεση χωρίς να απαιτεί από τα κράτη (υπερχρεωμένα και μη) να καταβάλουν ποσοστό συγχρηματοδότησης (το οποίο θα καλύπτει πλέον η ECB με την χρήση ευρωομολόγων). Ουσιαστικά, με αυτόν τον τρόπο η ΕΙΒ θα μετατραπεί σε έναν μηχανισμό ανακύκλωσης των πλεονασμάτων άνευ του οποίου καμία νομισματική ένωση δεν μπορεί ούτε να λειτουργήσει αποδοτικά στις καλές εποχές ούτε και να απορροφά τους κραδασμούς μιας κρίσης.


Επίλογος

Πολύ σωστά, πολλοί με ρωτούν: Ωραία η ανάλυση αλλά τι κάνουμε; Ποια πρακτική λύση προτείνεις; Τι θα έπρεπε να προτείνει στην ΕΕ ο πρωθυπουργός (ιδίως τώρα που φαίνεται θυμωμένος με το αδιέξοδο στο οποίο ΔΝΤ και ΕΕ τον έχουν σπρώξει); Στο άρθρο αυτό κατέθεσα την απάντηση-πρότασή μου. Αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο μέρος αφορά μία απλή κίνηση που μπορεί να σταθεροποιήσει την ευρωζώνη και να αντιμετωπίσει την Κρίση μέσα σε ημέρες. Το δεύτερο μέρος σκιαγραφεί τρεις απλές παρεμβάσεις που προσφέρουν στην Ευρώπη όλα τα πλεονεκτήματα μιας πραγματικής οικονομικής ενοποίησης χωρίς να χρειάζεται να αναλωθούμε σε συζητήσεις επί συζητήσεων και χρονοβόρες νομοθετικές ή θεσμικές αλλαγές οι οποίες, έτσι κι αλλιώς, θα οδηγούνταν σε αδιέξοδο. Νομίζω ότι αξίζει να συζητηθεί.


Υ.Γ. Η πρόταση αυτή είναι προϊόν μακρών συζητήσεων με τον Stuart Holland, ο οποίος την συνυπογράφει - βλ. εδώ για μία αγγλική έκδοση της ίδιας πρότασης. Ο Stuart διδάσκει οικονομικά στο Πανεπιστήμιο της Coimbra στην Πορτογαλία. Προηγουμένως είχε διατελέσει καθηγητής στα πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Sussex ενώ την δεκαετία 1979-1989 εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής στη Βουλή των Κοινοτήτων (Βρετανία). Αν και ηγετικό στέλεχος του Εργατικού Κόμματος, επέλεξε την θέση του Συμβούλου του Προέδρου της Commission Jacques Delors σε μια περίοδο που ετίθεντο τα θεμέλια της ευρωζώνης.

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010

Η συμμαχία των απρόθυμων.

Tης Μιραντας Ξαφα*

Το πρόγραμμα σταθεροποίησης της ελληνικής οικονομίας έχει μπει σε κρίσιμη φάση, στην οποία διακυβεύεται η εκταμίευση της επόμενης δόσης τον Μάρτιο του 2011 και μαζί της η πτώχευση της χώρας και το μέλλον των επόμενων γενεών. Μέχρι τώρα η μείωση του ελλείμματος επιτεύχθηκε κυρίως με μπαράζ φορολογικών μέτρων, οριζόντιο ψαλίδισμα μισθών και συντάξεων και ταμειακά μέτρα συμπίεσης των λειτουργικών δαπανών και των δημοσίων επενδύσεων, που είναι σχετικά ανώδυνα διότι δεν θίγουν «κεκτημένα». Τώρα η κυβέρνηση καλείται να εφαρμόσει διαρθρωτικά μέτρα μόνιμης περικοπής και εκλογίκευσης των κρατικών δαπανών: Να μειώσει το υπεράριθμο προσωπικό και τις προκλητικά υψηλές αμοιβές στις ΔΕΚΟ, να καταργήσει δημόσιους φορείς, να περικόψει το κόστος λειτουργίας της τοπικής αυτοδιοίκησης, να βάλει τάξη στις προμήθειες των νοσοκομείων, να ενεργοποιήσει τον φοροεισπρακτικό μηχανισμό. Ολα αυτά προϋποθέτουν σύγκρουση με την εκλογική πελατεία του ΠΑΣΟΚ, σύγκρουση «με τον ίδιο του τον εαυτό», όπως είπε ο κ. Παπακωνσταντίνου.

Συγχρόνως, πρέπει να μπουν οι βάσεις για ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο, φιλικό προς τις αγορές, προσανατολισμένο στην εξωστρέφεια και στην ανταγωνιστικότητα. Μέτρα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, η ταχύτερη ίδρυση και αδειοδότηση των επιχειρήσεων και οι επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας που θα υπερισχύουν των κλαδικών. Η σημασία αυτού του τελευταίου είναι τεράστια. Κλαδικές συμβάσεις που ισχύουν σε όλη την επικράτεια οδηγούν σε λουκέτο μικρές επιχειρήσεις που δεν έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν μισθούς που συμφωνήθηκαν ερήμην τους μεταξύ των μεγάλων επιχειρήσεων του κλάδου και των συνδικάτων. Η υπουργός Εργασίας κ. Κατσέλη αντιπαραθέτει ότι η απελευθέρωση των αμοιβών θα δημιουργήσει συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων και θα προκαλέσει πτώση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα. Πώς όμως θα γίνει η «εσωτερική υποτίμηση» αν δεν περιοριστεί το μισθολογικό κόστος; Είναι σίγουρα προτιμότερο να περιοριστεί η αγοραστική δύναμη των μισθωτών, που αυξήθηκε πολύ πιο γρήγορα από την παραγωγικότητα τα τελευταία χρόνια, παρά να μείνουν άνεργοι λόγω έλλειψης ανταγωνιστικότητας. Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τις επιχειρησιακές συμβάσεις σαν αναγκαίο κακό, που θα ισχύει για περιορισμένο χρόνο για όσες επιχειρήσεις απειλούνται με λουκέτο. Μα το ζητούμενο είναι η σύνδεση των μισθών με τις επιδόσεις των επιχειρήσεων, ακριβώς για να μην απειληθούν με λουκέτο! Η Ελλάδα έχει ένα από τα πιο περιοριστικά ρυθμιστικά πλαίσια μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Αυτή η υπερ-ρύθμιση της αγοράς εργασίας και η «προστασία» της απασχόλησης (που απλώς αποτρέπει τις προσλήψεις) συμβάλλει στη διατήρηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων, ακόμη και σε περιόδους ταχύρρυθμης ανάπτυξης. Το τελευταίο που χρειαζόμαστε είναι νέοι ρυθμιστικοί κανόνες. Αντίθετα, χρειαζόμαστε μια συστηματική διαδικασία κατάργησης όλων των περιττών ρυθμίσεων που εμποδίζουν τον ανταγωνισμό, με τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι οι άνθρωποι που καλούνται να εφαρμόσουν τις μεταρρυθμίσεις δεν πιστεύουν σε αυτές. Διακατέχονται από μία νοοτροπία micromanagement των αγορών και από ένα φόβο σύγκρουσης με τα συνδικάτα. Εφαρμόζουν την απελευθέρωση των αγορών με μινιμαλιστικό τρόπο, βάζοντας γραφειοκρατικά εμπόδια ώστε να μη λειτουργήσει ο ανταγωνισμός στην πράξη. Το είδαμε στην άρση του καμποτάζ «υπό όρους» από την κ. Κατσέλη (που δεν οδήγησε σε απελευθέρωση), στους περιττούς νόμους για τη ρύθμιση χρεών των επιχειρήσεων και νοικοκυριών (που ήδη γινόταν με πρωτοβουλία των τραπεζών), στην πρώτη απόπειρα «απελευθέρωσης» των οδικών μεταφορών από τον κ. Ρέππα (που ευτυχώς αναθεωρήθηκε) και στον νόμο για την αναδιάρθρωση του ΟΣΕ (χωρίς να απολυθεί ούτε ένας από τους χιλιάδες υπεράριθμους).

Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει το Μνημόνιο σαν το τίμημα που πρέπει να πληρώσει η χώρα για να αποφύγει την πτώχευση και όχι σαν μια χρυσή ευκαιρία να διορθωθούν οι παθογένειες της ελληνικής οικονομίας και να μπουν οι βάσεις για την ευημερία των επόμενων γενεών. Το «φάρμακο που σκοτώνει» δεν είναι το Μνημόνιο, είναι αυτοί που το υποσκάπτουν στο όνομα του εθνικού συμφέροντος. Οσο και να αναγκάζεται να το εφαρμόσει «η συμμαχία των απρόθυμων», είναι αμφίβολο αν τελικά θα τα καταφέρει.

Το «όραμα» να γίνει η Ελλάδα Σιγκαπούρη...

Tου Χρηστου Γιανναρα

O πολιτικός λόγος, στην ιστορική διαδρομή του ελλαδικού εθνικού κρατιδίου, είχε πάντοτε στοιχεία πατριωτισμού: Αναφορές στην Ιστορία, στην αδιάκοπη συνέχεια του Ελληνισμού, στον πολιτισμό που αυτός γέννησε, σε άθλους συλλογικούς, σε ονόματα σοφών και ηρώων. Ηταν αυτονόητος ο πατριωτικός χαρακτήρας του πολιτικού λόγου, δεν ξεχώριζαν οι «συντηρητικοί» από τους «προοδευτικούς» ως προς αυτό το γνώρισμα.

Εξάλλου το ίδιο συνέβαινε (και συμβαίνει) σε όλα τα «πεφωτισμένα και λελαμπρυσμένα της Εσπερίας έθνη» – με εξαίρεση μειονότητες παγιδευμένων στον ψυχαναγκασμό του μαρξιστικού διεθνισμού. Οι κοινωνίες που υιοθέτησαν τις αρχές του Διαφωτισμού για τη συγκρότηση έθνους - κράτους, διατηρούν στον πολιτικό λόγο, αυτονόητα, εμφατικές αναφορές στην εθνική τους ιδιαιτερότητα. Δεν είναι μόνο ορθολογική προϋπόθεση λειτουργικής συνοχής της συλλογικότητας, είναι και βασική ψυχολογική ανάγκη του ανθρώπου η βιωματική αίσθηση λώρου καταγωγής και συνέχειας η συνείδηση ριζών.

Το αυτονόητο πατριωτικό στοιχείο του πολιτικού λόγου στην Ελλάδα εξέλιπε το 1974. Το πολιτικό σύστημα βάλθηκε να αποποιηθεί οπωσδήποτε το παρελθον της χώρας, ιστορία, προγόνους, πολιτισμική ετερότητα, αν ήταν δυνατόν και τη γλώσσα των Ελλήνων. Μέθυσε με το όραμα να γίνει η Ελλάδα η Σιγκαπούρη της Μεσογείου: Κράτος - αγορά με διεθνοποιημένους όρους οργάνωσης και διαβίωσης, πειθήνιο στις οποιεσδήποτε απαιτήσεις του οποιουδήποτε αρκεί να αποφέρουν πλούτο, αφού όραμα μοναδικό, κοινωνικό και πολιτικό, ήταν η μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας όλων.

Ορατή αφορμή της παθιασμένης επιλογής του τριτοκοσμικού μοντέλου στάθηκε η εφτάχρονη δικτατορία των συνταγματαρχών: Ταύτισε στις συνειδήσεις τον πατριωτισμό (γλώσσα, ιστορία, αίσθηση πατρίδας, αίσθηση του ιερού) με τον εθνικισμό στην πιο αποκρουστική και γελοία μορφή του. Το πώς συντελέσθηκε αυτή η ταύτιση, αξίζει εξειδικευμένη έρευνα.

Το αποτέλεσμα πάντως ήταν ότι μια ασήμαντη κοινωνική μειονότητα, των ψυχαναγκαστικών του μαρξιστικού διεθνισμού, κολλέγιασε με την επαρχιώτικη μειονεξία των απογόνων του κοραϊκού εκστασιασμού για τη Δύση. Και ο αφελληνισμός του Νεοέλληνα έγινε κατηγορική προστακτική, κυρίαρχη εξουσιαστική ιδεολογία, ταυτίστηκε με τον «εκσυγχρονισμό», την «πρόοδο» της χώρας.

Ο συνασπισμός της «Αριστεράς» και της «προόδου» κυβέρνησε (κυριολεκτικά) τη χώρα μετά το 1974 και την κυβερνάει, με όποιο κόμμα κι αν φέρνει στη βιτρίνα της εξουσίας ο λαός. Η ιδεολογία του συνασπισμού Μαρξιστών και Κοραϊκών, η ηθική του, οι πολιτικές πρακτικές του είναι ένας συνεπέστατος μηδενισμός: επιδίωξη καταναλωτικής ευωχίας, έστω και με εξωφρενικό, εγκληματικό υπερδανεισμό, εγωκεντρική απληστία, παγιωμένη κοινή συνείδηση ότι «όλα επιτρέπονται». Μεταπηδάμε από κόμμα σε κόμμα μόνο για να παραμένουμε στη δημοσιότητα, καταληστεύουμε το κοινωνικό χρήμα από χρυσαμειβόμενα κομματικά μετερίζια στον κρατικό μηχανισμό. Ομως, στον «κοινωνικό στίβο» των καφενείων του Κολωνακίου αναδειχνόμαστε όλοι «αριστεροί». Και συναποφασίζουμε διακομματικά, ποιον από την παρέα θα εκθειάσουμε ως υποψήφιο δήμαρχο, ποια στήριξη θα προσφέρουμε (ομόφωνα) στην αγωνιστική πρωτοπορία των επιτελών του υπουργείου Παιδείας για να επιτευχθεί με συνέπεια ο αφελληνισμός της ελλαδικής νεολαίας.

Αντίλογοι και διαμαρτυρίες ξεμυτίζουν, αλλά καταγγέλλουν την κομματική βιτρίνα, όχι το διακομματικό διευθυντήριο στο παρασκήνιο, όχι τον μηδενισμό. Και εξουδετερώνονται άνετα οι διαμαρτυρίες με τη ρετσινιά του «εθνικιστή», του σχεδόν ακροδεξιού, του περίπου φασίστα. Ανετα, αφού δεν υπάρχει αντιπρόταση στον μηδενισμό, ο πατριωτισμός έσβησε μέσα στη χλεύη για τη γελοιοποίησή του από τη δικτατορία. Αντιπρόταση δεν υπάρχει: όλοι οι μπροστάρηδες του τόπου, πρόεδροι Δημοκρατίας, πρωθυπουργοί, κομματικοί αρχηγοί, αρχιεπίσκοποι μιλάνε τη γλώσσα των οικονομικών προτεραιοτήτων και της χρηστικής ωφελιμοθηρίας, γλώσσα του Ιστορικού Υλισμού. Μιλάνε τη γλώσσα που θέλει την Ελλάδα Σιγκαπούρη, αφελληνισμένο Ελλαδιστάν.

Ισως όσοι αρνούνται τον μηδενισμό της μεταπολίτευσης, να είναι οι περισσότεροι. Αλλά μένουν παγιδευμένοι στα παραπλανητικά επιφαινόμενα: ελπίζουν ακόμα στο ΠΑΣΟΚ, στον ανελλήνιστο λόγο της παρακμιακής μικρόνοιας, στη Ν.Δ. που συνεχώς αυτοεξευτελίζεται, γιατί δεν ξέρει να μετανοήσει. Δεν υποψιάζονται ότι το καρκίνωμα, που γέννησε τη χρεοκοπία και το «μνημόνιο», είναι ο μηδενισμός των αφελληνισμένων, αραχτός στα «σικάτα» στέκια. Οτι το πρόβλημά μας είναι να ξαναδώσουμε «νόημα» στον πατριωτισμό.

Ο εθνικισμός είναι συμφορά, γιατί ψευτίζει και διαστρέφει τον πατριωτισμό, τον αλλοτριώνει σε ιδεολογία. Δεν πρόκειται πια για βιωμένη οικειότητα πατρίδας, δεσμούς καταγωγής και συνέχειας, αισθητές σχέσεις μετοχής σε διαχρονικά αυτονόητα. Ο εθνικισμός αναπληρώνει τη βιωματική εμπειρία με ναρκισσιστικές ψυχολογικές εγκυστώσεις, που τις εμφανίζει σαν πεποιθήσεις, και μάλιστα εξαναγκαστές κατά πάντων. Επιστρατεύει προπαγανδιστική χρήση της Ιστορίας, ντοπάρισμα με επιθυμητές ψευδαισθήσεις. Καυχήσεις, κούφια έπαρση, απαιτήσεις να εισπράττει ο εγωκεντρισμός προνομίες και τον κοινό θαυμασμό για κατορθώματα άλλων, των προγόνων.

Ο πατριωτισμός, το ακριβώς αντίθετο: Κοινωνικό (κοινωνίας) γεγονός, άθλημα μετοχής, δηλαδή αυθυπέρβασης. Μετοχή και ανάληψη ευθύνης για τη διαχείριση επιτευγμάτων σοφίας και αρετής που μεταβιβάζονται μόνο εμπειρικά: με το γάλα της μάνας, την «υποταγή στη γλώσσα» (Σολωμός). Κριτήριο για να ξεχωρίζουμε τον αυθεντικό πατριωτισμό από την εθνικιστική καπηλεία, είναι το ίδιο, ένα και μοναδικό, που βεβαιώνει πάντοτε την ποιότητα: η ανιδιοτέλεια.

Οι χοντροκοπιές της δικτατορίας ίσως βοήθησαν να διακρίνουμε ότι ο πατριωτισμός του πολιτικού λόγου, η ελληνικότητά του, ακόμα και στις κορυφαίες κάποτε περιπτώσεις του Τρικούπη, του Βενιζέλου, του Παπαναστασίου, του Μεταξά, μάλλον απηχούσε έναν κομψό και ειλικρινή, αλλά σαφώς μεταπρατικό εθνικισμό – έβλεπε την Ελλάδα με τα ματογυάλια της Δύσης. Η λαϊκή αυθεντικότητα του Πλαστήρα ή η οραματιστική οξυδέρκεια του Ιωνος Δραγούμη δεν άρκεσαν για να γονιμοποιήσουν διευρυμένης αποδοχής κριτήρια πατριωτισμού. Και αργότερα, η συναρπαστική ελληνικότητα των αναζητήσεων της γενιάς του ’30, δεν άγγιξε ποτέ τον πολιτικό λόγο.

Πρέπει να αλλάξουν όλα.

Νικηφόρος Μαλεβίτης


Ο καθένας μας μπορεί να έχει τη γνώμη του και να τη διαδίδει όπως νομίζει. Ωστόσο, “τα στοιχεία είναι ιερά”. Και τα στοιχεία λένε είναι ότι το πρόβλημα του ελληνικού κράτους που μας έφερε ως εδώ δεν ήταν οι υπέρμετρες δαπάνες, οι οποίες μόνο το 2009 - και μετά τη λαίλαπα της πενταετίας Καραμανλή με τις αλλεπάλληλες αυξήσεις τους - ξεπέρασαν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (53,9% του ΑΕΠ, έναντι 50% στην Ε.Ε των 27), αλλά ο αναποτελεσματικός καταμερισμός τους. Το μείζον λοιπόν στην Ελλάδα δεν είναι ότι έχουμε “πολύ κράτος”, αλλά ότι έχουμε τριτοκοσμικό κράτος.

Επειδή λοιπόν έχουμε αυτό το κράτος, οι κοινωνικές παροχές είναι άστοχες και δίνονται χωρίς εισοδηματικά κριτήρια, με αποτέλεσμα να μειώνουν τη φτώχεια μόλις κατά 3,7% του πληθυσμού, την ώρα που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 9%. Επίσης, επειδή το κράτος μας είναι έτσι όπως είναι, ο ιδιωτικός τομέας έχει γίνει κρατικοδίαιτος: είτε δηλαδή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από επιδοτήσεις, αναθέσεις και αθέμιτες χάρες, είτε από το λάδωμα κρατικών αξιωματούχων, την εισφοροδιαφυγή και τη φοροδιαφυγή. Έχουμε δηλαδή έναν ιδιωτικό τομέα, που στην πλειοψηφία του έχει δημιουργηθεί κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν του κράτους και είναι υποκριτικό να βγάζει την ουρά του απέξω, όταν αναζητά τους υπαίτιους της σημερινής κρίσης.

Παρομοίως, η άλλη πτυχή του προβλήματος στην Ελλάδα δεν είναι ότι το κράτος “μας ξεζουμίζει” στους φόρους. Τα κρατικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ κινούνται σε απαράδεκτα χαμηλότερα επίπεδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (37,8% του ΑΕΠ, έναντι 44,5% στην Ε.Ε). Το ζήτημα είναι ο επιμερισμός των φορολογικών βαρών. Και θα είχε ενδιαφέρον να μας ενημερώσει ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών που με τόση θέρμη προσέφυγε στο Σ.τ.Ε. κατά του Μνημονίου πόσα από τα μέλη του δηλώνουν ότι αμείβονται δήθεν με την ελάχιστη επιτρεπόμενη αμοιβή (δηλαδή το γραμμάτιο) και πόσα παίρνουν μαύρα για τις νομικές υπηρεσίες που προσφέρουν. Ανάλογο ενδιαφέρον θα είχε να μας πει ο Ιατρικός Σύλλογος, που τόσο πολύ κόπτεται για τα τρία ευρώ που θα πρέπει να δίνουμε για εξέταση στα δημόσια νοσοκομεία, πόσα ζητάν σε φακελάκια οι περισσότεροι χειρουργοί, αναισθησιολόγοι, γυναικολόγοι, ογκολόγοι και λοιποί ιατροί για να τηρήσουν τον όρκο του Ιπποκράτη, ακόμη και σε ιδιωτικά νοσοκομεία, όπου οι ασθενείς πληρώνουν τα μαλλιά της κεφαλής τους. Επιτέλους, αιδώς Αργείοι!

Έχουμε φτιάξει ένα άθλιο σύστημα διαπλοκής κράτους, ελεύθερων επαγγελματιών και κρατικοδίαιτων επιχειρηματιών, το οποίο ανέχεται την ανομία και την κατάφωρη αδικία απέναντι στους δύσμοιρους μισθωτούς και συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι είναι και οι μόνοι που δικαιούνται αυτή τη στιγμή να πάρουν τα βουνά και να κηρύξουν επανάσταση, καθώς καλούνται και πάλι να βάλουν πλάτη, διότι κυβέρνηση και αντιπολίτευση δεν θέλησαν, δεν θέλουν, ή -ακόμη χειρότερα - δεν μπορούν, να επιτελέσουν το συνταγματικό τους καθήκον για την αποκατάσταση της νομιμότητας.

Αποτέλεσμα αυτού του συστήματος είναι να έχουμε διπλάσιο αριθμό ελεύθερων επαγγελματιών σε σχέση με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο (30% έναντι 15% στην Ε.Ε). Ανάλογο ποσοστό συναντάμε μόνο στη Ρουμανία και στην εξίσου διεφθαρμένη με εμάς Σικελία. Και γιατί να μην έχουμε άλλωστε τόσους ελεύθερους επαγγελματίες, αφού είναι τόσο εύκολο να απολαμβάνουν ασυλίας από τις υποχρεώσεις τους απέναντι στο υπόλοιπο 70% του πληθυσμού. Όσο για το επιχείρημα ότι δεν πληρώνουμε διότι το κράτος δεν παρέχει υπηρεσίες και κακοδιαχειρίζεται τα χρήματά μας, μου θυμίζει το παιχνίδι με την κολοκυθιά, αφού και το κράτος απαντά ότι “έχω άθλιες υπηρεσίες διότι δεν έχω έσοδα”.

Συμπέρασμα; πρέπει να αλλάξουν όλα, είτε μετά από μία – απίθανη, κατά τη γνώμη μου - συλλογική απόφαση ότι εις το όνομα της σωτηρίας μας θα κάνουμε ένα τεράστιο “άλμα πίστης”, έχοντας επίγνωση ότι μπορεί να αποδειχθεί και άλμα στο κενό, είτε μέσω της επιβολής των αλλαγών από μία κυβέρνηση που επιτέλους θα επικεντρώσει τις προσπάθειές της στον πυρήνα του προβλήματος.

Ας μην έχουμε αυταπάτες. Η διαδικασία θα είναι εξαιρετικά επώδυνη. Επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες που σήμερα συντηρούνται λόγω της ανομίας, θα κλείσουν. Το 20% τουλάχιστον του εργατικού μας δυναμικού θα πρέπει να περάσει από την ελεύθερη και δημόσια εργασία στη ιδιωτική μισθωτή, δια μέσου, δυστυχώς, ενός διαστήματος ανεργίας. Στον επιχειρηματικό κλάδο, θα πρέπει οπωσδήποτε να γίνουν κινήσεις συγκέντρωσης και συγχωνεύσεις, ώστε να δημιουργηθούν “πρωταθλητές” που θα μπορούν να επιβιώσουν στο διεθνές περιβάλλον με τις εξαγωγές τους. Η λεγόμενη ραχοκοκκαλιά της ελληνικής οικονομίας θα σπάσει, διότι μας κρατάει χρόνια παράλυτους και θα δημιουργηθεί μία νέα. Κι όλα αυτά θα επιτύχουν μόνο εφόσον οι εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον είναι ευνοϊκές – ή τουλάχιστον δεν είναι δραματικές.

Είναι ένα μεγάλο ρίσκο η δύσκολη αυτή μετάβαση σε ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο, ενώ η μετάλλαξη του κράτους απαιτεί πολιτικούς όχι μόνο με παντελόνια, αλλά και με φαιά ουσία. Όμως δεν υπάρχει άλλη επιλογή, παρά μόνο να γίνουμε Ρουμανία. Εξάλλου, με τη βουτιά που κάνουμε, σε λίγο δεν θα απέχουμε και πολύ.

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010

Οι νεοφιλελεύθεροι και το ευρώ.

Οι νεοφιλελεύθεροι και το ευρώ
Νοε 26th, 2010 | Τάκης Μίχας

Αυτό το οποίο είναι ιδιαίτερα εκνευριστικό στην Ελλάδα δεν είναι μόνο ότι μια Αριστερά «παλαιάς κοπής» έχει επιβάλλει την ιδεολογική της κυριαρχία. Ακόμα χειρότερο είναι ότι οι ανακρίβειες τις οποίες διαδίδει μέσω της συνεχούς επανάληψης καταλήγουν να θεωρούνται «αυτονόητες πραγματικότητες» και να επαναλαμβάνονται άκριτα και από σοβαρούς δημοσιογράφους.

Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί πρόσφατο άρθρο του Σταύρου Λυγερού της Καθημερινής στο οποίο ο καλός συνάδελφος αποδίδει την κατασκευή του «ευρώ» στον μονεταρισμό και κατ επέκταση στον νεοφιλελευθερισμό. Πρόκειται για μια τεράστια ανακρίβεια-το ακριβώς αντίθετο ισχύει: Μόνο οι μονεταριστές και οι νεοφιλελεύθεροι αντιστάθηκαν στην δημιουργία του ευρώ διατυπώνοντας την πρόβλεψη ότι θα οδηγήσει-οπως συνέβη- σε μια νομισματική κόλαση.

Ας δούμε τις απόψεις του πιο γνωστού ίσως νεοφιλελεύθερου οικονομολόγου, του Αμερικανού νομπελίστα Μίλτον Φρίντμαν σχετικά με το ευρώ. Σε συνέντευξή του στην «Κοριέρε ντέλα Σέρα» (27/8/01)ο Φρίντμαν χαρακτηρίζει το ευρώ ένα «μεγάλο λάθος», που θα προκαλέσει αναταραχή στις ευρωπαϊκές χώρες τα επόμενα έτη. Όπως αναφέρει σε άρθρο του στο NPQ (1999):

«Ένα ενιαίο νόμισμα αποτελεί ένα πολύ σωστό νομισματικό μέτρο υπό ορισμένες συνθήκες, όπως δηλαδή αυτές που επικρατούν στις ΗΠΑ, αλλά ένα πολύ λανθασμένο μέτρο υπό άλλες συνθήκες, όπως π.χ. αυτές που επικρατούν στην Ευρώπη».

Σε άρθρο του στη «Wall Street Journal» (20/06/97) ο Αμερικανός νομπελίστας διερωτάται αν ισχύει, όπως πιστεύουν οι υποστηρικτές του ευρώ, ότι

«τα οφέλη από τη μεγαλύτερη πειθαρχία και το χαμηλότερο κόστος συναλλαγών υπερβαίνουν τις ζημιές που θα προκαλέσει η εγκατάλειψη ενός αποτελεσματικού προσαρμοστικού μηχανισμού οπς αυτού των μεταβαλλόμενων ισοτιμιών».

Η απάντησή του είναι σαφής:

«Η άποψή μου ήταν πάντοτε ότι οι ζημιές υπερβαίνουν τα οφέλη. Τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. δεν έχουν είτε αρκετά ελαστικούς μισθούς και τιμές είτε εργατική κινητικότητα είτε έναν αποτελεσματικό διορθωτικό δημοσιονομικό μηχανισμό, που θα αναπλήρωναν το μηχανισμό των μεταβαλλόμενων ισοτιμιών».

Σημαίνει αυτό ότι το ευρώ θα καταρρεύσει; «Το ερώτημα», απαντάει ο Φρίντμαν στο άρθρο του στη «Wall Street Journal», δεν είναι αν το ευρώ είναι οικονομικά βιώσιμο, αλλά αν είναι προτιμητέο σε σχέση με ένα σύστημα μεταβαλλόμενων ισοτιμιών». Με άλλα λόγια, το ευρώ είναι βιώσιμο στο βαθμό που οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών είναι διατεθειμένες να δεχτούν επίπεδα ανεργίας 10% και πάνω, όπως άλλωστε συμβαίνει σήμερα.

Αν ισχύουν όλα αυτά, τότε γιατί δημιουργήθηκε το ευρώ; Οι λόγοι για τον Φρίντμαν είναι καθαρά πολιτικοί.

«Τα κίνητρα για την υιοθέτηση του ευρώ», γράφει στο άρθρο του στο NPQ, «είναι πολιτικά και όχι οικονομικά. Ο στόχος είναι η στενή σύνδεση της Γερμανίας με τη Γαλλία, έτσι ώστε να αποκλειστεί η πιθανότητα ενός μελλοντικού πολέμου στην Ευρώπη».

Θα πετύχει τουλάχιστον στους πολιτικούς του στόχους το ευρώ; «Μάλλον όχι», απαντάει ο Φρίντμαν. «Πιστεύω ότι η υιοθέτηση του ευρώ», αναφέρει στο προαναφερθέν άρθρο του,

«θα έχει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Θα επιδεινώσει την πολιτική ένταση μεταξύ των χωρών, μετατρέποντας τα διαφορετικά οικονομικά σοκ που πλήττουν κάθε χώρα -και τα οποία θα μπορούσε να είχε απορροφήσει ο μηχανισμός των μεταβαλλόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών- σε έντονες πολιτικές διαφορές».

«Μια νομισματική ένωση», καταλήγει,

«που επιβάλλεται κάτω από μη ευνοϊκές συνθήκες, θα αποβεί εμπόδιο στην επίτευξη της πολιτικής ενοποίησης. Το ευρώ θα γίνει μια μεγάλη πηγή προβλημάτων, όχι βοήθειας .Το ευρώ δεν έχει προηγούμενο. Από ό,τι γνωρίζω, δεν έχει υπάρξει ποτέ μια νομισματική ένωση αποτελούμενη από ανεξάρτητα κράτη που εκδίδουν ένα ψευτονόμισμα. Το ευρώ είναι καλό για την Ευρώπη μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρχει παντού ελαστικότητα. Σε έναν κόσμο κυμαινόμενων ισοτιμιών, αν μια χώρα δοκιμάσει ένα σοκ που απαιτεί μείωση μισθών… είναι ευκολότερο να το κάνει αφήνοντας να αλλάξουν οι ισοτιμίες. Όμως σήμερα με το ευρώ δεν υπάρχει αυτή η επιλογή».

Ανάλογες ήσαν και οι απόψεις της κατ εξοχήν πολιτικής εκπροσώπου του νεοφιλευθερισμού Μάργκαρετ Θάτσερ. Ήδη το 1990 η Θάτσερ προέβλεπε καθαρά την καταστροφή που θα έφερνε η έλευση του ψευτονομισματος. Στην αυτοβιογραφία της αναφέρει πως προειδοποιούσε τους συνεργάτες της ότι το κοινό νόμισμα δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει αφ ενός πανίσχυρες οικονομίες όπως της Γερμανίας και ταυτόχρονα μικρότερες χώρες όπως την Ελλάδα. Η Γερμανία, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Θάτσερ ,θα έτρεμε τον πληθωρισμό ενώ το ευρω θα αποδεικνύονταν μοιραίο για τις φτωχότερες χώρες καθ όσον «θα κατέστρεφε τις μη αποδοτικές οικονομίες τους»

«Η Μάργκαρετ Θάτσερ» γράφει ο Πίτερ Οσμπορν στην Daily Telegraph

“έχει κατηγορηθεί από τους εχθρούς της για αναλγησία. Όμως οι υποστηρικτές της ευρωζώνης σήμερα είναι διατεθειμένοι δεχθούν με ευχαρίστηση τον τεράστιο ανθρώπινο πόνο που συνεπάγεται η προσπάθεια τους να επιβάλλουν την οικονομική και νομισματική ενοποίηση. Η Θάτσερ γνώριζε ότι αυτά θα ήσαν τα αποτελέσματα του παρανοϊκού σχεδίου τους και γι’ αυτό προσπάθησε να τους σταματήσει».

Τάκης Μίχας