Η μεγάλη επέλαση απέναντι στον τρόπο ζωής μας και στην κουλτούρα της διασκέδασής μας, την αστική, δυνάμωσε κάπου γύρω στο 1992-93 και κορυφώθηκε κάπου γύρω στο 1995-97.
Μέχρι τότε στους πάγκους των πλανόδιων με τις κασέτες εύρισκες λαϊκούς και ρεμπέτες, ροκ, Σαββόπουλο, Ασιμο ίσως, και τέτοια. Μετά, και με την έλευση του CD και την καθιέρωση της ελεύθερης, δεν ξέρω από τι, τηλεόρασης, το πράγμα χάλασε πολύ. Μα πάρα πολύ.
Βέβαια και πριν από αυτά είχαμε μια “κουλτουριάρικη” επέλαση με “κοντσέρτα για αρκούδες”, αμπέχωνα, δήθεν επανάσταση, δήθεν σοσιαλισμός και τα παρόμοια, αλλά η λαϊκή ψυχή ζούσε ακόμη. Μετά ξέφυγε η κατάσταση. Ξέφυγαν και οι ελπίδες μας, μακριά σαν πουλάκια.
Λουσάτοι “ερμηνευτές” και “ερμηνεύτριες”, διάφοροι γυαλιστεροί, που περνούσαν για νομιμοποίηση στην λαϊκή συνείδηση ακόμη και ως καλεσμένοι από σοβαρές τηλεοπτικές εκπομπές, άλωσαν τα γούστα και την αισθητική, των νέων κυρίως, που ήδη είχε δεχθεί σοβαρά χτυπήματα. Και μαζί την ιδεολογία τους για την ζωή. Εως εξαφανίσεως.
Τα μαγαζάκια των 150 καθισμάτων με την λαϊκή κομπανία, όπου πηγαινες με τα ρούχα που φορούσες στο σπίτι, εξαφανίστηκαν. Εκλεισαν.
Την θέση τους πήραν τεράστιοι χώροι, πολυ-χώροι διασκέδασης και άντε-μην-πω, όπου ορθιοι (ορθάδικα) ή πάνω σε βαρέλια (βαρελάδικα), αρχικά, 2 με τρεις χιλιάδες νέοι, φορώντας οτι καλύτερο και ακριβώτερο είχαν (19 χρονες κοπέλλες, σαν τα κρύα τα νερά, βαμμένες ως φύλαρχοι του Αμαζονίου), διασκέδαζαν μέσα σε έναν παροξυσμό ντεσιμπέλ, που απαγόρευε οποιαδήποτε επαφή. Με τα φώτα να εναλλάσσονται σε χιλιοστά του δευτερολέπτου και την συνείδηση να παραδίνεται αμαχητί.
Το περιτύλιγμα νίκησε το περιεχόμενο.
Οι γονείς είχαν ήδη παραδώσει την ανατροφή των παιδιών τους στην τηλεόραση, και τα παιδιά τους τώρα, μεγαλωμένα από την ολέθρια αυτή τροφό, έκαναν μεταπτυχιακά στην εξατομίκευση, το πρωτάθλημα του εγώ και της επίδειξης και στην διάρρηξη κάθε κοινωνικής σύνδεσης. Η έννοια της κοινωνικής ευθύνης και του χρέους απέναντι στον άλλο, τα ιδανικά για καλυτέρευση και προκοπή όλης της κοινωνίας, εξορίστηκαν από συζητήσεις, σκέψεις και παρέες. Εξαφανίστηκαν και οι παρέες, με την παλιά έννοια.
Η αναστροφή αξιών ολοκληρώθηκε. Ευμάρεια και κενότης. Αντικατέστησαν τον “πολιτικό ινστρούχτορα” και το αμπέχωνο της προηγουμένης περιόδου. Το οποίο όμως δεν είχε μπορέσει να μας κάνει τόση ζημιά. Στη νεολαία, ζημιά. Διότι πολλοί από κείνους τους αμπεχωνίτες, έγιναν στελέχια κομματικά και οικονομικά, κατέληξαν golden boys που πυρπόλησαν τις ελπίδες της πατρίδας για κάτι καλύτερο, βάζοντας ως υψηλό στόχο ζωής ένα Καγιέν και μια πισίνα, και μας έφεραν ως εδώ.
Είθε να ξαναγυρίσουμε στις υπόγειες ταβέρνες, όπου βραχνές τραγουδίστριες, ντυμένες με ένα απλό τζην, θα γίνουν οι αδέξιες ιέρειές μας, σε μια αναβάπτισή μας στην παλιά μας εκείνη συλλογικότητα που χάσαμε.
Ισως αυτά τα κοινά τραπέζια, που δεν στοιχίζουν και μισό μισθό, να μας ξαναδιδάξουν πως να είμαστε έλληνες.
Η αρετή πάντα θα σιγοκαίει μέσα στην ελληνική ψυχή.
Και ο ήρωας θα κρύβεται μέσα μας όσο νομίζει ότι είναι ντεμοντέ η παρουσία του.
Θα τον πείσουμε σιγά σιγά να επανεμφανιστεί.
Ν'απομείνεις μόνος και ν'αρχίσεις να πλάθεις εσύ, με μονάχα τη δύναμη σου, ένα κόσμο που να μην ντροπιάζει την καρδιά σου... Ελεύθερος .Χωρίς να ελπίζεις τίποτα από κανένα παρά μόνο από το μυαλό σου και τα δικά σου χέρια.Ποιά είναι η πιό αντρίκια χαρά; Ν'αναλαμβάνεις την πάσα ευθύνη. Τα παλεύω 3 χρόνια στην πράξη όλα αυτά.Ήθελα και να τα γράψω . Μια καταγραφή της καθημερινότητας σαν ιστορία. Θα δούμε που θα βγάλει. Έτσι κι αλλιώς σημασία έχει το ταξίδι και λιγότερο ο προορισμός.
Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010
Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010
Το Μνημόνιο αντιγράφει το ιδρυτικό λάθος του ευρώ.
Το Μνημόνιο αντιγράφει το ιδρυτικό λάθος του ευρώ
Dino Koutsolioutsos
Το καταστροφικό χρέος που απειλεί να βουλιάξει την Ελλάδα σε πολλά χρόνια ανελέητης φτώχιας οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, ενδογενείς και εξωγενείς. Πρωτεύων εξωγενής παράγων ήτανε η επιλογή των ιδρυτών του ευρώ, να δώσουν πρώτη προτεραιότητα στην ισοπέδωση του καταναλωτικού τιμάριθμου της Ευρωζώνης, ανεβάζοντας το κοινό νόμισμα στο υψηλό (σκληρό) επίπεδο του Γερμανικού μάρκου, ενώ έδωσαν δεύτερη προτεραιότητα στην οικονομική και βιομηχανικἠ ανάπτυξη των φτωχότερων κρατών της Ευρωζώνης.
Η φύση της Ευρωζώνης, μέσα στο πλαίσιο τού ευρωπαϊκού καπιταλισμού, απαιτούσε και απαιτεί μια αγορά με δύο αναγκαία συστατικά. Έναν ενιαίο τιμάριθμο σε όλα τα κράτη μέλη και ένα εύπορο καταναλωτικό κοινό, ικανό να αγοράζει τα made in Europe καταναλωτικά προϊόντα. Ο αδύναμος κρίκος δημιουργήθηκε επειδή το ισχυρό επιχειρηματικό κεφάλαιο που κατοικοεδρεύει στις δυνατές οικονομίες της Ευρώπης πίεσε τούς πολιτικούς ιδρυτές της Ευρωζώνης να δώσουν άμεση προτεραιότητα στην δική τους ανάπτυξη, που απαιτούσε άμεση επέκταση της καταναλωτικής αγοράς, και όχι στην ανάπτυξη των φτωχότερων κρατών, που προϋπέθετε αύξηση της εξαγωγικής βιομηχανικής παραγωγής και παραγωγικότητας.
Η επιλογή αυτή επιδείνωσε σημαντικά την κατάσταση καθώς ο πρώτος στόχος του κοινού τιμάριθμου πραγματοποιήθηκε σε σχετικά πολύ μικρό χρονικό διάστημα, ενώ η ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής και παραγωγικότητας των φτωχότερων κρατών βρίσκεται ακόμα στα σκαριά, και σε μερικές περιπτώσεις, σαν την Ελλάδα, δεν ξεκίνησε ποτέ.
Πέραν όμως της ιδιαιτερότητας των ενδογενών προβλημάτων της Ελληνικής κοινωνίας, που αποτελούν από μόνα τους τεράστια τροχοπέδη στην ανάπτυξη, υπήρξε και ένας άλλος λόγος, γιατί μία χώρα σαν την Ελλάδα βρέθηκε σε σχετικά μικρό διάστημα με ένα απίστευτο χρέος. Οι πολίτες και η πολιτεία βρεθήκαν από την μία μέρα στην άλλη αντιμέτωποι με έναν τιμάριθμο που δεν ανταποκρινόταν στην αγοραστική τους δυνατότητα. Είναι πια μυθικό το παράδειγμα της τιμής του καφέ, (ένα ευρύτατα καταναλωτικό αγαθό στην Ελλάδα), που ανέβηκε από 200 δραχμές, δηλαδή λιγότερο από μισό ευρώ, στα 4 ευρώ!
Ο ίδιος ο συγγραφέας αυτού του άρθρου, ελληνοαμερικανός μεσοαστός, είδε την Ελλάδα στις ετήσιες διακοπές του να μεταμορφώνεται μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, από μία φτηνή χώρα, όπου το δολάριο είχε μεγάλη αγοραστική δύναμη, σε μία χώρα, που ήτανε τόσο ακριβή, ώστε εάν δεν υπήρχε η γενναιόδωρη συμπαράσταση συγγενών και φίλων να του παρέχουν σπίτια και να τον κερνούν συνεχώς στις ταβέρνες, να μην μπορεί να την επισκέπτεται.
Ακόμα και εάν κανείς δεν υπολογίσει την υψηλότερη ρήτρα του ευρώ έναντι του δολαρίου, και συγκρίνει τα δυο νομίσματα, η ζωή στην μεγαλούπολη του Λος Άντζελες είναι κατά εν τρίτον, τουλάχιστον, φτηνότερη από την ζωή στην Αθήνα, με εξαίρεση μόνο, του ενοικίου κατοικίας.
Εξ ίσου αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, ότι όταν ο υπογράφων άρχισε να διαμαρτύρεται δυνατά για την σημαντική άνοδο των τιμών, συνάντησε ελάχιστη κατανόηση από συγγενείς και φίλους. Προφανώς οι έλληνες αντιμετώπιζαν την τεράστια αλλαγή με δύο συμπληρωματικά βοηθήματα: πρώτον είχαν πιο πολλά λεφτά στην διάθεση τους, και δεύτερον, έδειχναν απάθεια ή απώλεια μνήμης, καθώς συνήθιζαν στην καθημερινότητα της ανόδου του τιμάριθμου.
Ετσι λοιπόν εξηγείται γιατί η ελληνική πολιτεία συνέχιζε να παίρνει φτηνά ευρωπαϊκά δάνεια για να είναι σε θέση να μεγαλώνει την εργασιακή αγορά, κυρἰως στον δημόσιο τομέα, και να προσφέρει πληθωρικές αυξήσεις μισθών, που με την σειρά τους ανέβαζαν τους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα, με άμεσο αποτέλεσμα να πέσει η ανταγωνιστικότητα της ελληνικἠς οικονομίας κατά 25% τα τελευταία 10 χρόνια, όπως δεν παρέλειψε να υπενθυμίσει ο κ. Στρος-Καν στην τελευταία του επίσκεψη στην Αθήνα.
Το ιδρυτικό λάθος του ευρώ ήταν, λοιπόν, ότι, ανεβάζοντας τον τιμάριθμο της Ευρωζώνης στο πανύψηλο επίπεδο του Γερμανικού μάρκου, πριν προλάβουν τα φτωχότερα κράτη της περιφέρειας να ανεβάσουν το οικονομικό και βιοτικό επίπεδο των πολιτών τους, ανάγκασε και τους ιδιώτες και τις κυβερνήσεις τους να καταφύγουν απερίσκεπτα στα φτηνά δάνεια που προσέφεραν αφειδώς τα τραπεζιτικά κεφάλαια των πλουσίων μελών, βλέπε Γερμανία, Γαλλία, κ.λ.π.
Ετσι, δημιουργήθηκε ο αυτοκαταστροφικός κύκλος της Ζώνης του Ευρώ, που μαστίζει την Κοινότητα αυτόν τον καιρό αναζητώντας, επιτακτικά μία λύση. Μέσα στην τελευταία δωδεκαετία, από την γέννηση του ευρώ, ο οικονομικός κύκλος της Κοινότητας έστελνε καταναλωτικά αγαθά από το κέντρο (των πλουσίων χωρών), στην περιφέρεια, που τα αγόραζαν, επιστρέφοντας δισεκατομμύρια ευρώ στα κράτη του σκληρού πυρήνα, του οποίου οι τράπεζες, με τις σειρά τους, έδιναν δάνεια με χαμηλά επιτόκια στους πολίτες και στις κυβερνήσεις των φτωχών κρατών της περιφερείας για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ευρωπαϊκής καταναλωτικής κοινωνίας.
Το θετικό αποτέλεσμα ήταν μια σημαντική άνοδος του βιοτικού επιπέδου όλων των κρατών της Ευροζώνης. Από την άλλη μεριά, το αρνητικό αποτέλεσμα ήταν ότι τα κράτη της περιφέρειας βρεθήκαν να χρωστάνε πολλά λεφτά είτε στις τράπεζες, είτε στα κράτη του σκληρού πυρήνα. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα! Είτε τα κράτη της περιφέρειας θα δυστυχήσουν για πολλά χρόνια ξεπληρώνοντας τα χρέη, είτε οι οικονομίες των κρατών του πυρήνα θα πάθουν μεγάλη καταστροφή, αν τα χρέη της περιφέρειας δεν πληρωθούν.
Το Μνημόνιο, τώρα, καθώς σχεδιάστηκε από παρόμοιες κεφαλαιοκρατικές δυνάμεις, (αυτήν την φορά του τραπεζιτικού κεφαλαίου), κάνει ένα παρόμοιο λάθος στο σχέδιό του. Στην προσπάθεια, υποτίθεται, να βοηθήσει μία χώρα σαν την Ελλάδα να ορθοποδήσει οικονομικά, επέλεξε να χαμηλώσει την καταναλωτική δύναμη του ελληνικού λαού κατά ένα μεγάλο, σχεδόν αβάσταχτο, ποσοστό, με αντικειμενικό σκοπό να διορθώσει τα δημοσιονομικά, σαν πρωταρχικό βήμα.
Το μεγάλο λάθος για δεύτερη φορά είναι, ότι η οικονομική ανάπτυξη έλαβε πάλι δευτερεύουσα σημασία, και, ακόμα χειρότερα, δευτερεύουσα χρονική προτεραιότητα. Ετσι, ο έλληνας πολίτης ξαναζεί το ίδιο προβληματικό σενάριο με εκείνο της ίδρυσης του ευρώ πριν μερικά χρόνια. Η συγκυρία της μεγάλης ανεργίας, των χαμηλότερων μισθών και των ακόμα πιο υψηλών τιμών λόγω των νέων φόρων, έχει καταστήσει τον καθημερινό βίο του μέσου πολίτη οικονομικά αβίωτο.
Την πρώτη φορά, με την ίδρυση τού ευρώ, ο πολίτης κατέφυγε στά δάνεια. Αυτήν την φορά δάνεια δεν υπάρχουν. Άρα στα επόμενα μερικά χρόνια, έως ότου να γίνει η ελληνική οικονομία πάλι ανταγωνιστική, το μεγάλο πρόβλημα και ερωτηματικό είναι το που θα καταφύγει ο μέσος πολίτης αυτήν την φορά. Στην αποχή από τις κάλπες, στις διαδηλώσεις στους δρόμους, ή αλλού;
Εν κατακλείδι, μπορεί να περιγράψει κανείς τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό ως εξής. Έιναι ένα οικονομικό και κοινωνικό σύστημα με τέσσερεις βασικές κοινωνικές δυνάμεις. Τους ψηφοφόρους, τους πολιτικούς, το επιχειρηματικό κεφάλαιο, και το τραπεζικό κεφάλαιο. Ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός, (αντίθετα με τον αμερικανικό, εις τον οποίον, εδώ και μία γενιά, τουλάχιστον, τα δύο κεφάλαια, το επιχειρηματικό και το τραπεζιτικό, έχουν πλήρως εξαγοράσει τούς πολιτικούς και τα μήντια), εξακολουθεί, ειλικρινά να ενδιαφέρεται για την ποιοτική ζωή όλου του ευρωπαϊκού πληθυσμού. Αλλά, και μερικές φορές αυτό το «αλλά» είναι πολύ σημαντικό, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί δίνουν το προβάδισμα στις δυνάμεις του κεφαλαίου, έναντι των αναγκών των πολιτών. Στην περίπτωση της ίδρυσης του ευρώ, το προβάδισμα δόθηκε στο επιχειρηματικό κεφάλαιο, και ένεκα τούτου, οι πρώτοι, και μεγάλοι κερδισμένοι ήτανε οι μεγάλες βιομηχανίες του σκληρού πυρήνα. Στην περίπτωση του Μνημονίου και του Συμφώνου Διάσωσης, το προβάδισμα δίνεται στο τραπεζικό κεφάλαιο, με την εντολή, όπως αυτή είναι διατυπωμένη ξεκάθαρα μέσα στο ελληνικό Μνημόνιο, να σωθούν πρώτα οι τράπεζες, και μετά όλοι οι άλλοι.
Αν θέλουμε, ας κάνουμε και αλλιώς!
Dino Koutsolioutsos
Το καταστροφικό χρέος που απειλεί να βουλιάξει την Ελλάδα σε πολλά χρόνια ανελέητης φτώχιας οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, ενδογενείς και εξωγενείς. Πρωτεύων εξωγενής παράγων ήτανε η επιλογή των ιδρυτών του ευρώ, να δώσουν πρώτη προτεραιότητα στην ισοπέδωση του καταναλωτικού τιμάριθμου της Ευρωζώνης, ανεβάζοντας το κοινό νόμισμα στο υψηλό (σκληρό) επίπεδο του Γερμανικού μάρκου, ενώ έδωσαν δεύτερη προτεραιότητα στην οικονομική και βιομηχανικἠ ανάπτυξη των φτωχότερων κρατών της Ευρωζώνης.
Η φύση της Ευρωζώνης, μέσα στο πλαίσιο τού ευρωπαϊκού καπιταλισμού, απαιτούσε και απαιτεί μια αγορά με δύο αναγκαία συστατικά. Έναν ενιαίο τιμάριθμο σε όλα τα κράτη μέλη και ένα εύπορο καταναλωτικό κοινό, ικανό να αγοράζει τα made in Europe καταναλωτικά προϊόντα. Ο αδύναμος κρίκος δημιουργήθηκε επειδή το ισχυρό επιχειρηματικό κεφάλαιο που κατοικοεδρεύει στις δυνατές οικονομίες της Ευρώπης πίεσε τούς πολιτικούς ιδρυτές της Ευρωζώνης να δώσουν άμεση προτεραιότητα στην δική τους ανάπτυξη, που απαιτούσε άμεση επέκταση της καταναλωτικής αγοράς, και όχι στην ανάπτυξη των φτωχότερων κρατών, που προϋπέθετε αύξηση της εξαγωγικής βιομηχανικής παραγωγής και παραγωγικότητας.
Η επιλογή αυτή επιδείνωσε σημαντικά την κατάσταση καθώς ο πρώτος στόχος του κοινού τιμάριθμου πραγματοποιήθηκε σε σχετικά πολύ μικρό χρονικό διάστημα, ενώ η ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής και παραγωγικότητας των φτωχότερων κρατών βρίσκεται ακόμα στα σκαριά, και σε μερικές περιπτώσεις, σαν την Ελλάδα, δεν ξεκίνησε ποτέ.
Πέραν όμως της ιδιαιτερότητας των ενδογενών προβλημάτων της Ελληνικής κοινωνίας, που αποτελούν από μόνα τους τεράστια τροχοπέδη στην ανάπτυξη, υπήρξε και ένας άλλος λόγος, γιατί μία χώρα σαν την Ελλάδα βρέθηκε σε σχετικά μικρό διάστημα με ένα απίστευτο χρέος. Οι πολίτες και η πολιτεία βρεθήκαν από την μία μέρα στην άλλη αντιμέτωποι με έναν τιμάριθμο που δεν ανταποκρινόταν στην αγοραστική τους δυνατότητα. Είναι πια μυθικό το παράδειγμα της τιμής του καφέ, (ένα ευρύτατα καταναλωτικό αγαθό στην Ελλάδα), που ανέβηκε από 200 δραχμές, δηλαδή λιγότερο από μισό ευρώ, στα 4 ευρώ!
Ο ίδιος ο συγγραφέας αυτού του άρθρου, ελληνοαμερικανός μεσοαστός, είδε την Ελλάδα στις ετήσιες διακοπές του να μεταμορφώνεται μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, από μία φτηνή χώρα, όπου το δολάριο είχε μεγάλη αγοραστική δύναμη, σε μία χώρα, που ήτανε τόσο ακριβή, ώστε εάν δεν υπήρχε η γενναιόδωρη συμπαράσταση συγγενών και φίλων να του παρέχουν σπίτια και να τον κερνούν συνεχώς στις ταβέρνες, να μην μπορεί να την επισκέπτεται.
Ακόμα και εάν κανείς δεν υπολογίσει την υψηλότερη ρήτρα του ευρώ έναντι του δολαρίου, και συγκρίνει τα δυο νομίσματα, η ζωή στην μεγαλούπολη του Λος Άντζελες είναι κατά εν τρίτον, τουλάχιστον, φτηνότερη από την ζωή στην Αθήνα, με εξαίρεση μόνο, του ενοικίου κατοικίας.
Εξ ίσου αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, ότι όταν ο υπογράφων άρχισε να διαμαρτύρεται δυνατά για την σημαντική άνοδο των τιμών, συνάντησε ελάχιστη κατανόηση από συγγενείς και φίλους. Προφανώς οι έλληνες αντιμετώπιζαν την τεράστια αλλαγή με δύο συμπληρωματικά βοηθήματα: πρώτον είχαν πιο πολλά λεφτά στην διάθεση τους, και δεύτερον, έδειχναν απάθεια ή απώλεια μνήμης, καθώς συνήθιζαν στην καθημερινότητα της ανόδου του τιμάριθμου.
Ετσι λοιπόν εξηγείται γιατί η ελληνική πολιτεία συνέχιζε να παίρνει φτηνά ευρωπαϊκά δάνεια για να είναι σε θέση να μεγαλώνει την εργασιακή αγορά, κυρἰως στον δημόσιο τομέα, και να προσφέρει πληθωρικές αυξήσεις μισθών, που με την σειρά τους ανέβαζαν τους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα, με άμεσο αποτέλεσμα να πέσει η ανταγωνιστικότητα της ελληνικἠς οικονομίας κατά 25% τα τελευταία 10 χρόνια, όπως δεν παρέλειψε να υπενθυμίσει ο κ. Στρος-Καν στην τελευταία του επίσκεψη στην Αθήνα.
Το ιδρυτικό λάθος του ευρώ ήταν, λοιπόν, ότι, ανεβάζοντας τον τιμάριθμο της Ευρωζώνης στο πανύψηλο επίπεδο του Γερμανικού μάρκου, πριν προλάβουν τα φτωχότερα κράτη της περιφέρειας να ανεβάσουν το οικονομικό και βιοτικό επίπεδο των πολιτών τους, ανάγκασε και τους ιδιώτες και τις κυβερνήσεις τους να καταφύγουν απερίσκεπτα στα φτηνά δάνεια που προσέφεραν αφειδώς τα τραπεζιτικά κεφάλαια των πλουσίων μελών, βλέπε Γερμανία, Γαλλία, κ.λ.π.
Ετσι, δημιουργήθηκε ο αυτοκαταστροφικός κύκλος της Ζώνης του Ευρώ, που μαστίζει την Κοινότητα αυτόν τον καιρό αναζητώντας, επιτακτικά μία λύση. Μέσα στην τελευταία δωδεκαετία, από την γέννηση του ευρώ, ο οικονομικός κύκλος της Κοινότητας έστελνε καταναλωτικά αγαθά από το κέντρο (των πλουσίων χωρών), στην περιφέρεια, που τα αγόραζαν, επιστρέφοντας δισεκατομμύρια ευρώ στα κράτη του σκληρού πυρήνα, του οποίου οι τράπεζες, με τις σειρά τους, έδιναν δάνεια με χαμηλά επιτόκια στους πολίτες και στις κυβερνήσεις των φτωχών κρατών της περιφερείας για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ευρωπαϊκής καταναλωτικής κοινωνίας.
Το θετικό αποτέλεσμα ήταν μια σημαντική άνοδος του βιοτικού επιπέδου όλων των κρατών της Ευροζώνης. Από την άλλη μεριά, το αρνητικό αποτέλεσμα ήταν ότι τα κράτη της περιφέρειας βρεθήκαν να χρωστάνε πολλά λεφτά είτε στις τράπεζες, είτε στα κράτη του σκληρού πυρήνα. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα! Είτε τα κράτη της περιφέρειας θα δυστυχήσουν για πολλά χρόνια ξεπληρώνοντας τα χρέη, είτε οι οικονομίες των κρατών του πυρήνα θα πάθουν μεγάλη καταστροφή, αν τα χρέη της περιφέρειας δεν πληρωθούν.
Το Μνημόνιο, τώρα, καθώς σχεδιάστηκε από παρόμοιες κεφαλαιοκρατικές δυνάμεις, (αυτήν την φορά του τραπεζιτικού κεφαλαίου), κάνει ένα παρόμοιο λάθος στο σχέδιό του. Στην προσπάθεια, υποτίθεται, να βοηθήσει μία χώρα σαν την Ελλάδα να ορθοποδήσει οικονομικά, επέλεξε να χαμηλώσει την καταναλωτική δύναμη του ελληνικού λαού κατά ένα μεγάλο, σχεδόν αβάσταχτο, ποσοστό, με αντικειμενικό σκοπό να διορθώσει τα δημοσιονομικά, σαν πρωταρχικό βήμα.
Το μεγάλο λάθος για δεύτερη φορά είναι, ότι η οικονομική ανάπτυξη έλαβε πάλι δευτερεύουσα σημασία, και, ακόμα χειρότερα, δευτερεύουσα χρονική προτεραιότητα. Ετσι, ο έλληνας πολίτης ξαναζεί το ίδιο προβληματικό σενάριο με εκείνο της ίδρυσης του ευρώ πριν μερικά χρόνια. Η συγκυρία της μεγάλης ανεργίας, των χαμηλότερων μισθών και των ακόμα πιο υψηλών τιμών λόγω των νέων φόρων, έχει καταστήσει τον καθημερινό βίο του μέσου πολίτη οικονομικά αβίωτο.
Την πρώτη φορά, με την ίδρυση τού ευρώ, ο πολίτης κατέφυγε στά δάνεια. Αυτήν την φορά δάνεια δεν υπάρχουν. Άρα στα επόμενα μερικά χρόνια, έως ότου να γίνει η ελληνική οικονομία πάλι ανταγωνιστική, το μεγάλο πρόβλημα και ερωτηματικό είναι το που θα καταφύγει ο μέσος πολίτης αυτήν την φορά. Στην αποχή από τις κάλπες, στις διαδηλώσεις στους δρόμους, ή αλλού;
Εν κατακλείδι, μπορεί να περιγράψει κανείς τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό ως εξής. Έιναι ένα οικονομικό και κοινωνικό σύστημα με τέσσερεις βασικές κοινωνικές δυνάμεις. Τους ψηφοφόρους, τους πολιτικούς, το επιχειρηματικό κεφάλαιο, και το τραπεζικό κεφάλαιο. Ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός, (αντίθετα με τον αμερικανικό, εις τον οποίον, εδώ και μία γενιά, τουλάχιστον, τα δύο κεφάλαια, το επιχειρηματικό και το τραπεζιτικό, έχουν πλήρως εξαγοράσει τούς πολιτικούς και τα μήντια), εξακολουθεί, ειλικρινά να ενδιαφέρεται για την ποιοτική ζωή όλου του ευρωπαϊκού πληθυσμού. Αλλά, και μερικές φορές αυτό το «αλλά» είναι πολύ σημαντικό, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί δίνουν το προβάδισμα στις δυνάμεις του κεφαλαίου, έναντι των αναγκών των πολιτών. Στην περίπτωση της ίδρυσης του ευρώ, το προβάδισμα δόθηκε στο επιχειρηματικό κεφάλαιο, και ένεκα τούτου, οι πρώτοι, και μεγάλοι κερδισμένοι ήτανε οι μεγάλες βιομηχανίες του σκληρού πυρήνα. Στην περίπτωση του Μνημονίου και του Συμφώνου Διάσωσης, το προβάδισμα δίνεται στο τραπεζικό κεφάλαιο, με την εντολή, όπως αυτή είναι διατυπωμένη ξεκάθαρα μέσα στο ελληνικό Μνημόνιο, να σωθούν πρώτα οι τράπεζες, και μετά όλοι οι άλλοι.
Αν θέλουμε, ας κάνουμε και αλλιώς!
Η αποθέωση της επιχειρηματικότητας
Ισραήλ: Η αποθέωση της επιχειρηματικότητας
Η καινοτομία είναι η λέξη κλειδί που χαρακτηρίζει το οικονομικό μοντέλο του Ισραήλ, το οποίο πραγματικά είναι άξιο μελέτης. Οι Ισραηλινές εξαγωγές ανέρχονται περίπου σε 70 δισ δολάρια το χρόνο, με το μεγαλύτερο μέρος τους να προέρχεται από την υψηλή και μέση τεχνολογία. Το κράτος αυτό το οποίο ιδρύθηκε πριν από 100 χρόνια και βρίσκεται διαρκώς σε εμπόλεμη κατάσταση, έρχεται να διαψεύσει την κοινή ελληνική πεποίθηση ότι για όλα φταίει η τουρκοκρατία. Αντίθετα με ότι έγινε στην Ελλάδα, το Ισραήλ επένδυσε στην γνώση και στην εφαρμογή της. Διαθέτει τις υψηλότερες δαπάνες για έρευνα και τεχνολογία ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ έχει καινοτομήσει και διοικητικά προκειμένου να παραχθούν καινοτόμες ιδέες και να αξιοποιηθούν επιχειρηματικά.
Τρεις θεσμοί χρησιμοποιούνται για την δημιουργία καινοτομίας και την εμπορική της αξιοποίηση. Ο "επικεφαλής επιστήμων" (Chief Scientist), το "εκκολαπτήριο" και οι εταιρίες επιχειρηματικού κεφαλαίου "venture capital".
Το σύστημα δουλεύει ώς εξής: Όποιος έχει να προτείνει μια καινοτομική λύση, την καταθέτει στο επικεφαλής επιστήμονα, ο οποίος την εξετάζει με μια ομάδα ειδικών επιστημόνων. Αν την εγκρίνει, η ιδέα προωθείται στο εκκολαπτήριο. Αυτό είναι μια βιομηχανική περιοχή όπου παρέχεται στον επιχειρηματία - εφευρέτη ο χώρος, το ρεύμα και όλες οι τεχνικές υποδομές που χρειάζεται για να εφαρμόσει την ιδέα του. Του παρέχεται επίσης και το επιστημοινκό και το τεχνικό προσωπικό που θα χρειαστεί. Στη συνέχεια ο επιχειρηματίας πηγαίνει με την έγκριση του επικεφαλής επιστήμονα στις εταιρίες επιχειρηματικού κεφαλαίου οι οποίες τον χρηματοδοτούν, γνωρίζοντας οτι για κάθε ποσόν ιδιωτικής χρηματοδότησης, το κράτος θα βάλει άλλα τόσα. Πενήντα τοις εκατό λοιπόν κρατική χρηματοδότηση για την καινοτομία, ενώ το κράτος κρατά μετοχές της εταιρίας για το μέλλον.
Στο εκκολαπτήριο ο επιχειρηματίας μπορεί να παραμείνει μέχρι τρία χρόνια. Στο τέλος της τριετίας, αν έχει πετύχει το έργο του φεύγει και περνά στον ιδιωτικό τομέα. Αν οχι, δεν καταδικάζεται, αλλά μπορεί αν φέρει νέες ιδέες στον επικεφαλής επιστήμονα και αν εγκριθούν να ακολουθήσει την ίδια διαδικασία.
Ο γενικός χαρκτηρισμός της οικονομίας του Ισραήλ μπορεί να είναι η "αποθέωση της επιχειρηματικότητας" διότι ο καθένας μπορεί να δοκιμάσει οποιαδήποτε καινοτομική ιδέα και να στηριχθεί απο το κράτος για να την υλοποιήσει. Το σύνολο των ιδεών και της παραγωγής του ισραήλ, είναι σχεδιασμένο για να απευθύνεται στη διεθνή αγορά και οχι μόνο στην εγχώρια. Η καινοτομία και οι εξαγωγές είναι εθνικοί στόχοι. Και σε αυτούς τους στόχους είναι προσανατολισμένη, η κυβέρνηση, τα πανεπιστήμια, οι επιχειρήσεις και όλη η παραγωγή. Στο Ισραήλ η οικονομία δεν επηρεάζεται απο τις - έντονες- κόντρες μεταξύ των κομμάτων και την πολιτική λασπολογία που και εκεί κυριαρχεί, αλλά συνεχίζει να λειτουργεί ακόμη και στις εποχές των πολεμικών συρράξεων. Ουσιαστικά η πολιτική έχει μετατραπεί σε project management με στόχο την ανάπτυξη της οικονομίας.
Η καινοτομία είναι η λέξη κλειδί που χαρακτηρίζει το οικονομικό μοντέλο του Ισραήλ, το οποίο πραγματικά είναι άξιο μελέτης. Οι Ισραηλινές εξαγωγές ανέρχονται περίπου σε 70 δισ δολάρια το χρόνο, με το μεγαλύτερο μέρος τους να προέρχεται από την υψηλή και μέση τεχνολογία. Το κράτος αυτό το οποίο ιδρύθηκε πριν από 100 χρόνια και βρίσκεται διαρκώς σε εμπόλεμη κατάσταση, έρχεται να διαψεύσει την κοινή ελληνική πεποίθηση ότι για όλα φταίει η τουρκοκρατία. Αντίθετα με ότι έγινε στην Ελλάδα, το Ισραήλ επένδυσε στην γνώση και στην εφαρμογή της. Διαθέτει τις υψηλότερες δαπάνες για έρευνα και τεχνολογία ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ έχει καινοτομήσει και διοικητικά προκειμένου να παραχθούν καινοτόμες ιδέες και να αξιοποιηθούν επιχειρηματικά.
Τρεις θεσμοί χρησιμοποιούνται για την δημιουργία καινοτομίας και την εμπορική της αξιοποίηση. Ο "επικεφαλής επιστήμων" (Chief Scientist), το "εκκολαπτήριο" και οι εταιρίες επιχειρηματικού κεφαλαίου "venture capital".
Το σύστημα δουλεύει ώς εξής: Όποιος έχει να προτείνει μια καινοτομική λύση, την καταθέτει στο επικεφαλής επιστήμονα, ο οποίος την εξετάζει με μια ομάδα ειδικών επιστημόνων. Αν την εγκρίνει, η ιδέα προωθείται στο εκκολαπτήριο. Αυτό είναι μια βιομηχανική περιοχή όπου παρέχεται στον επιχειρηματία - εφευρέτη ο χώρος, το ρεύμα και όλες οι τεχνικές υποδομές που χρειάζεται για να εφαρμόσει την ιδέα του. Του παρέχεται επίσης και το επιστημοινκό και το τεχνικό προσωπικό που θα χρειαστεί. Στη συνέχεια ο επιχειρηματίας πηγαίνει με την έγκριση του επικεφαλής επιστήμονα στις εταιρίες επιχειρηματικού κεφαλαίου οι οποίες τον χρηματοδοτούν, γνωρίζοντας οτι για κάθε ποσόν ιδιωτικής χρηματοδότησης, το κράτος θα βάλει άλλα τόσα. Πενήντα τοις εκατό λοιπόν κρατική χρηματοδότηση για την καινοτομία, ενώ το κράτος κρατά μετοχές της εταιρίας για το μέλλον.
Στο εκκολαπτήριο ο επιχειρηματίας μπορεί να παραμείνει μέχρι τρία χρόνια. Στο τέλος της τριετίας, αν έχει πετύχει το έργο του φεύγει και περνά στον ιδιωτικό τομέα. Αν οχι, δεν καταδικάζεται, αλλά μπορεί αν φέρει νέες ιδέες στον επικεφαλής επιστήμονα και αν εγκριθούν να ακολουθήσει την ίδια διαδικασία.
Ο γενικός χαρκτηρισμός της οικονομίας του Ισραήλ μπορεί να είναι η "αποθέωση της επιχειρηματικότητας" διότι ο καθένας μπορεί να δοκιμάσει οποιαδήποτε καινοτομική ιδέα και να στηριχθεί απο το κράτος για να την υλοποιήσει. Το σύνολο των ιδεών και της παραγωγής του ισραήλ, είναι σχεδιασμένο για να απευθύνεται στη διεθνή αγορά και οχι μόνο στην εγχώρια. Η καινοτομία και οι εξαγωγές είναι εθνικοί στόχοι. Και σε αυτούς τους στόχους είναι προσανατολισμένη, η κυβέρνηση, τα πανεπιστήμια, οι επιχειρήσεις και όλη η παραγωγή. Στο Ισραήλ η οικονομία δεν επηρεάζεται απο τις - έντονες- κόντρες μεταξύ των κομμάτων και την πολιτική λασπολογία που και εκεί κυριαρχεί, αλλά συνεχίζει να λειτουργεί ακόμη και στις εποχές των πολεμικών συρράξεων. Ουσιαστικά η πολιτική έχει μετατραπεί σε project management με στόχο την ανάπτυξη της οικονομίας.
Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010
Τρία εμπόδια στην έξοδο από την κρίση.
του Γιάνη Βαρουφάκη 14/12/2010
Σε προηγούμενο άρθρο είχα αναρωτηθεί, ως όφειλα, "αν η Πρότασή μας για έξοδο από την Κρίση της ευρωζώνης (βλ. εδώ, εδώ και εδώ) είναι τόσο λογική, εφικτή και εν δυνάμει αποτελεσματική όσο λέμε, γιατί δεν γίνεται άμεσα αποδεκτή;" Γιατί η Γερμανία αντιστέκεται; Γιατί, παρόλο που η Πρόταση έχει αποκτήσει 'ρεύμα' σε πολλές χώρες, την απορρίπτουν ακόμα πολλοί στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στην Γαλλία; Εύλογο το ερώτημα και, για αυτό, είχα υποσχεθεί μια δική μου απάντηση σε μελλοντικό άρθρο. Η ώρα της απάντησης αυτής ήρθε.
Πριν την παρουσιάσω, να σημειώσω (για να μην θεωρηθώ εντελώς ψώνιο) ότι δεν είναι η μοναδική απάντηση. Ότι η εναλλακτική, καθόλα αποδεκτή, απάντηση λέει πως η Πρότασή μας πάσχει τεχνικά, πως είναι ελαττωματική, ελλιπής, υπερφίαλη, εκτός τόπου και χρόνου. Μπορεί και να είναι όλα ή κάποια από αυτά. Όποιος έτσι την βλέπει, δεν χρειάζεται περαιτέρω εξήγηση για την μη υιοθέτησή της και για αυτό ας σταματήσει να διαβάζει εδώ. Οι παρακάτω αράδες αφορούν όσους θεωρούν, όπως εμείς, ότι η Πρότασή μας κινείται στην γενική κατεύθυνση που θα βγάλει την ευρωζώνη από την Κρίση, που είναι εφικτή δεδομένων των θεσμικών περιορισμών της ΕΕ, και που θα μπορούσε να έχει θετικά αποτελέσματα για όλη την Ευρώπη πολύ γρήγορα. Γιατί λοιπόν, αν είναι έτσι, προκαλεί τέτοιες αντιδράσεις; Γιατί δεν την εφαρμόζουν και, αντί για αυτό, αναφέρονται μόνο στο μέρος περί ευρωομολόγων (και μάλιστα χωρίς την παραμικρή αναλυτική σοβαρότητα);
Η απάντησή μου περιστρέφεται γύρω από τρείς συνδεόμενους άξονες τους οποίους ονομάζω (α) Στατική Προβολή, (β) Ηθικό Πανικό, και (γ) Υπαρκτό Συμφέρον. Ας τους εξετάσουμε έναν-έναν:
Στατική Προβολή
Ξεκινώ με ένα παράδειγμα 'στατικής προβολής' αναφερόμενος στην πρόσφατη πολυ-συζητημένη ομιλία του καλού μου φίλου Αλέκου Παπαδόπουλου (με τον οποίο συνδεόμαστε για χρόνια τόσο στο πλαίσιο της εκπόνησης οικονομικών προγραμμάτων όσο και ενός συνεχούς, αμοιβαίως επικερδούς, διαλόγου). Ο Αλέκος, με την γνωστή του οξυδέρκεια, (α) αποτύπωσε την σημερινή κοινωνικο-οικονομική κατάσταση της χώρας μας και (β) σκιαγράφησε μια διαφορετική, μελλοντική Ελλάδα. Με άλλα λόγια, είναι σαν να βάσισε την ομιλία του σε δύο φωτογραφίες. Κάπως όπως στις διαφημίσεις διαιτητικών κέντρων: Το (ζοφερό) 'πριν' και το (επιθυμητό) 'μετά'.
Κάπως αντίστοιχα παρουσιάζουν τις θέσεις τους οι περισσότεροι: 'Ζωγραφίζουν' μια εικόνα του σήμερα, συνήθως ιδιαίτερα θλιβερή, και κατόπιν παρουσιάζουν μια δεύτερη εικόνα του πως θα ήθελαν να είναι το μέλλον. Δεν έχει σημασία το ιδεολογικό πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπουν το απαίσιο παρόν και το ιδεατό μέλλον. Από την ελευθεριάζουσα Δεξιά μέχρι και την παραδοσιακή Αριστερά, παρατηρούμε την ίδια στατική, συγκριτική μέθοδο. Μπορεί οι στατικές εικόνες του 'πριν' και το 'μετά' του Αλέκου Παπαδόπουλου, του κ. Στέφανου Μάνου και της κας Αλέκας Παπαρήγα να διαφέρουν παρασάγγας, όμως υπάρχει ένα κοινό: Η ανάλυσή τους βασίζεται στην στατική σύγκριση δύο εικόνων - σε δύο φωτογραφίες, μία του 'πριν' και μία του 'μετά'. Ή, για να πω το ίδιο πράγμα διαφορετικά, το κοινό τους στοιχείο είναι η έλλειψη δυναμικής, ανάλυσης του πως θα πάμε από το 'πριν' στο 'μετά', ιδίως εν καιρώ Κρίσης.
Που είναι το πρόβλημα; Ότι αυτή η σύγκριση δύο στατικών εικόνων όχι μόνον δεν βοηθά αλλά κάνει πολύ, μα πάρα πολύ, κακό. Ας εξηγηθώ: Αν σας ζωγραφίσω την εικόνα μιας μελλοντικής Ελλάδας όπου οι νέοι άνθρωποι δεν θέλουν να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι αλλά εφευρέτες και καινοτόμοι μικροί επιχειρηματίες που πουλάνε νέες τεχνολογίες μέσω διαδικτύου στο εξωτερικό, δεν θα την δείτε με συμπάθεια; Αν στην ίδια εικόνα του 'μετά' ο δημόσιος τομέας είναι μικρότερος, αποτελεσματικότερος, πιο ευέλικτος, φιλικότερος στον πολίτη, δεν θα πείτε μπράβο; Αν οι ΔΕΚΟ έχουν μικρότερα ελλείμματα και λιγότερο προσωπικό; Υπάρχει Έλλην ή Ελληνίς που να μην χειροκροτήσει; Σημαίνει όμως αυτό πως αν σήμερα, ιδίως εν μέσω Κρίσης, απολύσουμε χιλιάδες δημόσιους υπαλλήλους και μειώσουμε τις κρατικές δαπάνες κατά 30% και 40% θα έρθουμε ένα βήμα πιο κοντά σε αυτή την ιδεατή εικόνα του 'μετά'; Ούτε κατά διάνοια. Πιο κοντά στο Νότιο Σουδάν θα έρθουμε, καθώς μια τέτοια κίνηση θα αποβεί μοιραία όχι μόνο για τις οικογένειές των απολυμένων αλλά και για τον ιδιωτικό τομέα που θα χτυπηθεί άμεσα και αμείλικτα από την επακόλουθη μείωση της συνολικής ζήτησης.
Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την εξ αριστερών εφαρμογή της μεθόδου αυτού που ονομάζω Στατική Προβολή. Αν μας ρωτήσει κάποιος για το αν θα έπρεπε να έχουμε μπει στο ευρώ (με τον τρόπο που δομήθηκε η ευρωζώνη και με τις δικές μας πρακτικές), νομίζω ότι θα ήταν εύλογο να απαντήσουμε αρνητικά. Αν κάποιος μας ζωγράφιζε μια εικόνα του αύριο με την Ελλάδα εκτός ευρωζώνης (και με την δυνατότητα να υποτιμήσουμε το νόμισμά μας κηρύσσοντας παράλληλα στάση πληρωμών - όπως πετυχημένα έκανε η Ισλανδία), κάποιοι μπορεί να θεωρούσαν αυτήν τη εικόνα καλύτερη από την σημερινή παγίδα στην οποία έχει πέσει η χώρα. Και θα είχαν δίκιο. Τι σημαίνει αυτό; Ότι πρέπει να βγούμε από την ευρωζώνη; Όχι βέβαια. Ακόμα και η υποψία μιας εξόδου από το ευρώ θα γονατίσει την ελληνική κοινωνία άμεσα και αμετάκλητα. Η στατική σύγκριση εικόνων και πάλι οδηγεί σε καταστροφικές επιλογές που, αντί να οδηγήσουν στην εικόνα του ιδεατού 'μετά', οδηγούν σε μια άνευ προηγουμένου δυστοπία.
Έχει σημασία να κατανοήσουμε την απειλή της Στατικής Προβολής και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ως νοητική διαδικασία υπέρ συμπερασμάτων που αποτρέπουν εφικτές λύσεις σε μεγάλα προβλήματα. Δείτε για παράδειγμα την σημερινή στάση της Γερμανίας. Οι Γερμανοί πολίτες, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, θέλουν κοινό νόμισμα με την υπόλοιπη Ευρώπη αλλά πλήρως διαχωρισμένα χρέη από τους υπόλοιπους εξ ημών. Κατανοητό. Όμως και ανέφικτο. Οι Βορειοευρωπαίοι, γενικότερα, θεωρούν ότι οι Νοτιοευρωπαίοι δεν έχουμε την ίδια με αυτούς αφοσίωση στην δημοσιονομική πειθαρχία. Βλέπουν ότι, από την δεκαετία του 50 και μετά, εμείς οι Νότιοι (Ιταλοί, Έλληνες κλπ) δείξαμε μεγάλη ανεκτικότητα στα ελλείμματα και στον πληθωρισμό. Μας φοβούνται. Δεν θέλουν με τίποτα τα δικά μας χρέη, και ήθη, να μολύνουν τα δικά τους. Λένε: Από το να γίνει κάτι τέτοιο (π.χ. να εκδοθεί ευρωομόλογο), καλύτερα να γυρίσουμε στο μάρκο. Πρόκειται για άλλο ένα παράδειγμα αυτού που ονομάζω Στατική Προβολή: Φωτογραφίζουν το παρόν, ή το λίγο 'πριν', κατόπιν εξετάζουν στατικές, εναλλακτικές, εικόνες του μέλλοντος (π.χ. μία με το ευρώ και ευρωομόλογα και μία με ένα νέο μάρκο χωρίς ευρωομόλογα), και επιλέγουν αυτό που θεωρούν καλύτερο, πιο εύπεπτο. (Δείτε, για παράδειγμα, την τοποθέτηση του Τάσου Τέλλογλου.) Στο μεταξύ, οι στατικές αυτές συγκρίσεις επισκιάζουν τις ραγδαίες δυναμικές, ανεξέλεγκτες, εξελίξεις που συμβαίνουν γύρω μας - π.χ. το γεγονός ότι η ΕΚΤ αναγκάζεται καθημερινά να τυπώνει πακτωλούς ευρώ για να στηρίζει χρεοκοπημένες τράπεζες (σημ. πάνω από €140 δις έχουν πάει στις Ιρλανδικές τους τελευταίους 12 μήνες, χωρίς να πει κανείς Γερμανός κουβέντα). Άλλη μια φορά, η Στατική Προβολή, ως μέθοδος ανάλυσης, οδηγεί σε καταστροφικές επιλογές που αντί να φέρουν την Γερμανία πιο κοντά στην επιθυμητή στατική εικόνα την οδηγούν με σιγουριά σε μια άλλη, εφιαλτική, κατάσταση - π.χ. στην κατάρρευση του ευρώ, στην ηρωική έξοδο της Γερμανίας από την ευρωζώνη, στην θεαματική ανατίμηση του νέου μάρκου, και στην κατάρρευση της βιομηχανικής παραγωγής, της απασχόλησης και, τέλος, της κοινωνικής ειρήνης.
Συμπερασματικά, παντού και πάντα το δύσκολο είναι να πεις όχι τι θέλεις να γίνει αλλά πως θα το πετύχεις. Πως θα πας από την εικόνα που έχεις στο μυαλό σου για το τώρα στην εικόνα του πως θα ήθελες το μέλλον. Μάλιστα στον Καιρό της Κρίσης, την ώρα που καταρρέουν όλα γύρω σου, αυτή η μετάβαση είναι ακόμα πιο δύσκολη. Τίποτα δεν παραμένει δεδομένο για πολύ και οι στατικές συγκρίσεις το μόνο που κάνουν είναι να μας εμποδίζουν από το να πράξουμε το καθήκον μας στην δύσκολη στιγμή: Να μετριάσουμε δηλαδή τους κραδασμούς και να ελαχιστοποιήσουμε τον αριθμό των θυμάτων της Κρίσης, έτσι ώστε το πέρασμα στην μετά το 2008 εποχή να είναι όσο λιγότερο ανθρωποφάγο γίνεται. Η Πρότασή μας αυτόν τον σκοπό, άλλωστε, έχει. Αλλά προσκρούσει στις μεγάλες αντιστάσεις που προκαλεί η Στατική Προβολή πολλών μιας ανέφικτης εικόνας του πως θα ήθελαν το μέλλον. Προσκρούει όμως και σε άλλα δύο εμπόδια. Στον Ηθικό Πανικό και στο Υπαρκτό Συμφέρον.
Ηθικός Πανικός
Στις περισσότερες δυτικές κοινωνίες, κατά την διάρκεια της περιόδου 1990-2005, η εγκληματικότητα μειώθηκε σημαντικά. Κι όμως. Οι περισσότεροι πολίτες, όταν ρωτιόντουσαν, απαντούσαν ότι ένιωθαν μεγαλύτερη ανασφάλεια και ότι φοβόντουσαν όλο και περισσότερο να ξεμυτίσουν από το σπίτι τους. Πρόκειται για κλασική περίπτωση ηθικού πανικού - μιας πλήρους αναντιστοιχίας μεταξύ της πραγματικότητας και του πως μια κοινωνική ομάδα, ολόκληρη η κοινωνία πολλές φορές, την αντιλαμβάνεται. Ο όρος, ηθικός πανικός, οφείλεται στον κοινωνιολόγο Stanley Cohen που τον όρισε (στο βιβλίο του Folk Devils and Moral Panics, του 1972) ως ένα έντονο, αρνητικό συναίσθημα που καταλαμβάνει μια μεγάλη κοινωνική ομάδα, πολλές φορές μια ολόκληρη κοινωνία, και το οποίο κάνει τα μέλη της να φοβούνται αλόγιστα πως κινδυνεύει η κοινωνική συνοχή.
Ένας ηθικός πανικός πάντα ξεκινά από κάποιο πραγματικό γεγονός αλλά παίρνει εντελώς δυσανάλογες διαστάσεις πριν οδηγήσει στην μαζική παρανόηση της πραγματικότητας. Σε αυτή την διαδικασία σημαντικό ρόλο παίζει πάντα μια κοινωνική υπο-ομάδα τα μέλη της οποίας ο Cohen ονομάζει 'ηθικούς επιχειρηματίες'. Στόχος τους: Να συσσωρεύσουν 'ηθικό κεφάλαιο' καταδεικνύοντας τους 'ηθικούς δαίμονες' που απειλούν την κοινωνική συνοχή και εναντίον των οποίων καλούν την υπόλοιπη κοινωνία να κινητοποιηθεί. Συνήθως, σε αυτή την διαδικασία βρίσκουν αρωγούς ΜΜΕ τα οποία αρπάζουν την ευκαιρία να επωφεληθούν από τον δημιουργούμενο ηθικό πανικό.
Τα επεισόδια ηθικού πανικού είναι περιπτώσεις όπου επισφαλείς απόψεις επικρατούν επειδή οι αντίθετες, ορθολογικές, γνώμες δαινομονοποιούνται και απορρίπτονται ως ταμπού πριν καλά-καλά ακουστούν. Στο αρχικό παράδειγμα παραπάνω, το να πει κανείς (π.χ. σε μια εκπομπή όπου οι συμμετέχοντες ωρύονται για την εγκληματικότητα) ότι η εγκληματικότητα στην πραγματικότητα μειώθηκε, ισοδυναμεί με το να πει πως η γη είναι επίπεδη. Απλά, δεν πρόκειται να ακουστεί καν η φωνή του. Κι ας λέει την αλήθεια!
Στην Κρίση της ευρωζώνης, δυστυχώς, παρατηρούμε έναν διττό ηθικό πανικό σε πλήρη εξέλιξη. Ο ένας εξελίσσεται στις πλεονασματικές χώρες, π.χ. Γερμανία, Ολλανδία, Αυστρία κλπ. Το πραγματικό γεγονός είναι η κρίση χρέους των ελλειμματικών χωρών. Στην βάση αυτού του εναύσματος, κάποιες κοινωνικές υπο-ομάδες συσσωρεύουν ίδιον 'ηθικό επιχειρηματικό κεφάλαιο' κατονομάζοντας τους 'ηθικούς δαίμονες', που δεν είναι άλλοι από τους τεμπέληδες Νότιους των οποίων η 'αήθης' δημοσιονομική συμπεριφορά απειλεί την κοινωνική συνοχή της χώρας τους. Όσο πιο επιτυχημένη είναι αυτή η συσσώρευση 'ηθικού επιχειρηματικού κεφαλαίου', τόσο πιο πολύ απομακρύνεται η Γερμανική κοινή γνώμη από την πραγματικότητα και τόσο πιο βαθειά βυθίζεται στην παράκρουση που της δημιουργεί το κρεσέντο του μεγεθυνόμενου ηθικού πανικού. Κάπου εκεί, η δυνατότητα ενός λογικού διαλόγου, μεταξύ ευρωπαίων εταίρων που προσπαθούν να βρουν μια από κοινού λύση σε μια κοινή Κρίση, εξαερώνεται.
Παράλληλα, ο ηθικός πανικός εξελίσσεται και σε ένα δεύτερο επίπεδο: εντός των προβληματικών χωρών όπως η δική μας. Και εδώ αναδεικνύεται μια ομάδα 'ηθικών επιχειρηματιών' οι οποίοι συσσωρεύουν το δικό τους κοινωνικό 'κεφάλαιο' ανακαλύπτοντας και καταδεικνύοντας τους 'ηθικούς δαίμονες' που απειλούν την 'εθνική αναγέννηση'. Ξεκινώντας από μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα ( την οποία ζει κάθε πολίτης αρκετά άτυχος ώστε να έχει να συναλλάσσεται το ελληνικό δημόσιο), αρχίζει η διαδικασία της συσσώρευσης εντόπιου 'ηθικού επιχειρηματικού κεφαλαίου' από την ανερχόμενη ομάδα των 'κοινωνικών επιχειρηματιών' οι οποίοι ξεκινούν δακτυλοδείχνοντας τους δημόσιους υπάλληλους, συλλήβδην, και επεκτεινόμενοι σε όποιον αμφισβητήσει την εύκολη εξήγηση, ότι δηλαδή η Κρίση οφείλεται στους εσωτερικούς 'ηθικούς δαίμονες' (συνδικαλιστές, όσους αρνούνται την σοφία της μείωσης των συντάξεων εν καιρώ Κρίσης, τους 'γραφικούς' που εξακολουθούν να πιστεύουν στις αρετές του να μην χρεώνονται δίδακτρα στους φοιτητές κλπ).
Υπό αυτό το κλίμα, όποιος τολμήσει να πει πως η Κρίση ίσως τελικά να έχει να κάνει με την αρχιτεκτονική της ευρωζώνης, και για αυτό ίσως να πρέπει το πρόβλημα να αντιμετωπιστεί σε επίπεδο ΕΕ, κατατάσσεται άμεσα και αμετάκλητα στην ομάδα αν όχι των 'ηθικών δαιμόνων' σίγουρα στην ομάδα των συνοδοιπόρων τους.
Υπαρκτό Συμφέρον
Στην εποχή της Κρίσης, διαστρεβλώνονται όλα. Ακόμα και αυτό που πολλοί θεωρούν συμφέρον τους συχνά αποδεικνύεται ότι δεν τους συμφέρει καθόλου. Νομίζουν, π.χ., πολλοί Γερμανοί ότι δεν τους συμφέρει η ενοποίηση των ευρωπαϊκών χρεών (π.χ. το ευρωομόλογο) και για αυτό προωθούν διμερείς δανειακές συμφωνίες με τα χρεοκοπημένα κράτη οι οποίες όμως συντελούν σε μια πολύ αναποτελεσματικότερη, και εν τέλει χειρότερη για την Γερμανία, ενοποίηση χρεών (είτε μέσω του ανεκδιήγητου Μηχανισμού Στήριξης, του EFSF, είτε μέσα από την μαζική παραγωγή χρήματος, από την ΕΚΤ, τα οποία πέφτουν, χωρίς αποτέλεσμα, στην μαύρη τρύπα του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος). Παράλληλα, και πολλοί έλληνες, ιρλανδοί κλπ απορρίπτουν την ενοποίηση του χρέους φοβούμενοι πως κάτι τέτοιο θα μας στερήσει την (ανύπαρκτη) δυνατότητα άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής. Άλλοι πάλι, όπως ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Ιταλίας, ο κ. Mario Draghi, οδηγούνται από προσωπικές φιλοδοξίες (στην προκείμενη περίπτωση να τον αποδεχθεί η Γερμανία ως αντικαταστάτη του κ.Trichet) στην πεισματική υπεράσπιση του σημερινού αδιεξόδου. Παραδείγματα τέτοια, κακώς νοούμενων συμφερόντων, υπάρχουν πολλά. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και υπαρκτά συμφέροντα τα οποία έχουν σοβαρό λόγο να αντιστέκονται σε αποτελεσματικές προτάσεις εξόδου από την Κρίση. Θα δώσω δύο.
Το πρώτο μέρος της Πρότασής μας, το οποίο πρεσβεύει μια Μεγάλη Τριμερή Διαπραγμάτευση μεταξύ της ΕΚΤ, των ευρωπαϊκών τραπεζών και των υπερχρεωμένων κρατών-μελών, με στόχο την συμφωνημένη παραγραφή μέρους του δημόσιου χρέους από τις τράπεζες (με αντάλλαγμα την εγγύηση μακροπρόθεσμης ρευστότητας από την ΕΚΤ), προβληματίζει το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Παρόλο που οι ευρωπαϊκές τράπεζες, στην κατάσταση πανικού που βρίσκονται σήμερα, θα αποδέχονταν μια τέτοια εξέλιξη με σχετική ανακούφιση, το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα (λέγε με Wall Street) δεν την βλέπει με καλό μάτι. Ο,τιδήποτε αφήνει περιθώριο για την μη πληρωμή μέρους ενός χρέους προς τις τράπεζες, δημιουργεί 'κακό προηγούμενο' και, για αυτό, συσπειρώνει το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα το οποίο, με την σειρά του, επιστρατεύει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να υπονομεύσει μια τέτοια λύση.
Το δεύτερο παράδειγμα αφορά αποκλειστικά την Γερμανία και το υπαρκτό συμφέρον που εμποδίζει την ελίτ της να αποδεχθεί μια πρόταση ουσιαστικής εξόδου από την Κρίση. Μετά την ενοποίηση των δύο Γερμανιών, η Γερμανία κατάφερε με μαεστρία να ξεπεράσει την σημαντική κρίση που προέκυψε (λόγω του γιγάντιου κόστους της απορρόφησης της Ανατολικής Γερμανίας) μέσω αύξηση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας της που βασίστηκε στην: (α) αναδιανομή εισοδήματος από την εργασία προς το βιομηχανικό κεφαλαίο, και (β) αναδιανομή του εργασιακού εισοδήματος εντός της εργατικής τάξης (μείωση των μισθών με αντάλλαγμα την αύξηση της απασχόλησης). Στον κόσμο της Γερμανικής εργασίας αποτέλεσμα αυτής της εντυπωσιακής διπλής διαδικασίας ήταν η σημαντική μείωση τόσο της ανεργίας όσο και του βιοτικού επιπέδου των εργαζόμενων. Για να το πω απλά, ο αριθμός των εργαζόμενων φτωχών στην Γερμανία πολλαπλασιάζεται την ώρα που η ανεργία μειώνεται. Αυτό το νέο status quo αποτελεί, για την Γερμανική ελίτ, τεράστια κατάκτηση και πηγή πλούτου. Φυσιολογικά, δεν πρόκειται να ανεχθεί εύκολα καμία εξέλιξη η οποία θα το απειλήσει.
Το πρόβλημα με την Κρίση, όσον αφορά την διατήρηση του συγκεκριμένου status quo, είναι ότι η υπέρβασή της απαιτεί συμπίεση, σε επίπεδο ΕΕ, του αθροίσματος δημόσιου χρέους και τραπεζικών ζημιών, κάτι που με την σειρά του απαιτεί και την ενοποίηση των υπολειπόμενων δημόσιων χρεών. Αυτή η πραγματικότητα κάνει την Γερμανική ελίτ να αναρωτιέται: "Αν οι δικοί μας εργαζόμενοι, που δουλεύουν καλύτερα και αποδοτικότερα, δουν ότι η Γερμανική κυβέρνηση αποδέχεται μεταρρυθμίσεις που μειώνουν τα χρέη των υπερχρεωμένων κρατών και τις ζημίες των αφρόνων τραπεζιτών, δεν είναι πολύ πιθανόν να ανακινήσουν ζήτημα όσον αφορά την διανομή του εισοδήματος μεταξύ εκείνων και ημών εντός των συνόρων της Γερμανίας;" Αυτός ο δικαιολογημένος φόβος είναι, από μόνος του, ικανός να δημιουργήσει μεγάλες αντιδράσεις εναντίον προτάσεων όπως η δική μας. Παράλληλα αποτελεί κίνητρο για κοινωνικές ομάδες στο εσωτερικό της Γερμανίας να υποκινήσουν τον Ηθικό Πανικό που ανέφερα παραπάνω, αλλά και να πέφτουν συνεχώς στην παγίδα της Στατικής Προβολής (βλ. ακόμα πιο παραπάνω).
Ένα θεωρώ σίγουρο: Αν αυτά τα τρία εμπόδια αποτρέψουν την εφαρμογή μιας πρόταση εξόδου που να κινείται στις γενικές γραμμές που καταθέσαμε, το ευρώ θα αποτελέσει παρελθόν. Και τότε όλα τα υπαρκτά συμφέροντα, οι ηθικοί πανικοί, και οι στατικές προβολές θα φανούν ασήμαντες λεπτομέρειες μπροστά στην ολική καταστροφή που θα ακολουθήσει.
Σε προηγούμενο άρθρο είχα αναρωτηθεί, ως όφειλα, "αν η Πρότασή μας για έξοδο από την Κρίση της ευρωζώνης (βλ. εδώ, εδώ και εδώ) είναι τόσο λογική, εφικτή και εν δυνάμει αποτελεσματική όσο λέμε, γιατί δεν γίνεται άμεσα αποδεκτή;" Γιατί η Γερμανία αντιστέκεται; Γιατί, παρόλο που η Πρόταση έχει αποκτήσει 'ρεύμα' σε πολλές χώρες, την απορρίπτουν ακόμα πολλοί στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στην Γαλλία; Εύλογο το ερώτημα και, για αυτό, είχα υποσχεθεί μια δική μου απάντηση σε μελλοντικό άρθρο. Η ώρα της απάντησης αυτής ήρθε.
Πριν την παρουσιάσω, να σημειώσω (για να μην θεωρηθώ εντελώς ψώνιο) ότι δεν είναι η μοναδική απάντηση. Ότι η εναλλακτική, καθόλα αποδεκτή, απάντηση λέει πως η Πρότασή μας πάσχει τεχνικά, πως είναι ελαττωματική, ελλιπής, υπερφίαλη, εκτός τόπου και χρόνου. Μπορεί και να είναι όλα ή κάποια από αυτά. Όποιος έτσι την βλέπει, δεν χρειάζεται περαιτέρω εξήγηση για την μη υιοθέτησή της και για αυτό ας σταματήσει να διαβάζει εδώ. Οι παρακάτω αράδες αφορούν όσους θεωρούν, όπως εμείς, ότι η Πρότασή μας κινείται στην γενική κατεύθυνση που θα βγάλει την ευρωζώνη από την Κρίση, που είναι εφικτή δεδομένων των θεσμικών περιορισμών της ΕΕ, και που θα μπορούσε να έχει θετικά αποτελέσματα για όλη την Ευρώπη πολύ γρήγορα. Γιατί λοιπόν, αν είναι έτσι, προκαλεί τέτοιες αντιδράσεις; Γιατί δεν την εφαρμόζουν και, αντί για αυτό, αναφέρονται μόνο στο μέρος περί ευρωομολόγων (και μάλιστα χωρίς την παραμικρή αναλυτική σοβαρότητα);
Η απάντησή μου περιστρέφεται γύρω από τρείς συνδεόμενους άξονες τους οποίους ονομάζω (α) Στατική Προβολή, (β) Ηθικό Πανικό, και (γ) Υπαρκτό Συμφέρον. Ας τους εξετάσουμε έναν-έναν:
Στατική Προβολή
Ξεκινώ με ένα παράδειγμα 'στατικής προβολής' αναφερόμενος στην πρόσφατη πολυ-συζητημένη ομιλία του καλού μου φίλου Αλέκου Παπαδόπουλου (με τον οποίο συνδεόμαστε για χρόνια τόσο στο πλαίσιο της εκπόνησης οικονομικών προγραμμάτων όσο και ενός συνεχούς, αμοιβαίως επικερδούς, διαλόγου). Ο Αλέκος, με την γνωστή του οξυδέρκεια, (α) αποτύπωσε την σημερινή κοινωνικο-οικονομική κατάσταση της χώρας μας και (β) σκιαγράφησε μια διαφορετική, μελλοντική Ελλάδα. Με άλλα λόγια, είναι σαν να βάσισε την ομιλία του σε δύο φωτογραφίες. Κάπως όπως στις διαφημίσεις διαιτητικών κέντρων: Το (ζοφερό) 'πριν' και το (επιθυμητό) 'μετά'.
Κάπως αντίστοιχα παρουσιάζουν τις θέσεις τους οι περισσότεροι: 'Ζωγραφίζουν' μια εικόνα του σήμερα, συνήθως ιδιαίτερα θλιβερή, και κατόπιν παρουσιάζουν μια δεύτερη εικόνα του πως θα ήθελαν να είναι το μέλλον. Δεν έχει σημασία το ιδεολογικό πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπουν το απαίσιο παρόν και το ιδεατό μέλλον. Από την ελευθεριάζουσα Δεξιά μέχρι και την παραδοσιακή Αριστερά, παρατηρούμε την ίδια στατική, συγκριτική μέθοδο. Μπορεί οι στατικές εικόνες του 'πριν' και το 'μετά' του Αλέκου Παπαδόπουλου, του κ. Στέφανου Μάνου και της κας Αλέκας Παπαρήγα να διαφέρουν παρασάγγας, όμως υπάρχει ένα κοινό: Η ανάλυσή τους βασίζεται στην στατική σύγκριση δύο εικόνων - σε δύο φωτογραφίες, μία του 'πριν' και μία του 'μετά'. Ή, για να πω το ίδιο πράγμα διαφορετικά, το κοινό τους στοιχείο είναι η έλλειψη δυναμικής, ανάλυσης του πως θα πάμε από το 'πριν' στο 'μετά', ιδίως εν καιρώ Κρίσης.
Που είναι το πρόβλημα; Ότι αυτή η σύγκριση δύο στατικών εικόνων όχι μόνον δεν βοηθά αλλά κάνει πολύ, μα πάρα πολύ, κακό. Ας εξηγηθώ: Αν σας ζωγραφίσω την εικόνα μιας μελλοντικής Ελλάδας όπου οι νέοι άνθρωποι δεν θέλουν να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι αλλά εφευρέτες και καινοτόμοι μικροί επιχειρηματίες που πουλάνε νέες τεχνολογίες μέσω διαδικτύου στο εξωτερικό, δεν θα την δείτε με συμπάθεια; Αν στην ίδια εικόνα του 'μετά' ο δημόσιος τομέας είναι μικρότερος, αποτελεσματικότερος, πιο ευέλικτος, φιλικότερος στον πολίτη, δεν θα πείτε μπράβο; Αν οι ΔΕΚΟ έχουν μικρότερα ελλείμματα και λιγότερο προσωπικό; Υπάρχει Έλλην ή Ελληνίς που να μην χειροκροτήσει; Σημαίνει όμως αυτό πως αν σήμερα, ιδίως εν μέσω Κρίσης, απολύσουμε χιλιάδες δημόσιους υπαλλήλους και μειώσουμε τις κρατικές δαπάνες κατά 30% και 40% θα έρθουμε ένα βήμα πιο κοντά σε αυτή την ιδεατή εικόνα του 'μετά'; Ούτε κατά διάνοια. Πιο κοντά στο Νότιο Σουδάν θα έρθουμε, καθώς μια τέτοια κίνηση θα αποβεί μοιραία όχι μόνο για τις οικογένειές των απολυμένων αλλά και για τον ιδιωτικό τομέα που θα χτυπηθεί άμεσα και αμείλικτα από την επακόλουθη μείωση της συνολικής ζήτησης.
Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την εξ αριστερών εφαρμογή της μεθόδου αυτού που ονομάζω Στατική Προβολή. Αν μας ρωτήσει κάποιος για το αν θα έπρεπε να έχουμε μπει στο ευρώ (με τον τρόπο που δομήθηκε η ευρωζώνη και με τις δικές μας πρακτικές), νομίζω ότι θα ήταν εύλογο να απαντήσουμε αρνητικά. Αν κάποιος μας ζωγράφιζε μια εικόνα του αύριο με την Ελλάδα εκτός ευρωζώνης (και με την δυνατότητα να υποτιμήσουμε το νόμισμά μας κηρύσσοντας παράλληλα στάση πληρωμών - όπως πετυχημένα έκανε η Ισλανδία), κάποιοι μπορεί να θεωρούσαν αυτήν τη εικόνα καλύτερη από την σημερινή παγίδα στην οποία έχει πέσει η χώρα. Και θα είχαν δίκιο. Τι σημαίνει αυτό; Ότι πρέπει να βγούμε από την ευρωζώνη; Όχι βέβαια. Ακόμα και η υποψία μιας εξόδου από το ευρώ θα γονατίσει την ελληνική κοινωνία άμεσα και αμετάκλητα. Η στατική σύγκριση εικόνων και πάλι οδηγεί σε καταστροφικές επιλογές που, αντί να οδηγήσουν στην εικόνα του ιδεατού 'μετά', οδηγούν σε μια άνευ προηγουμένου δυστοπία.
Έχει σημασία να κατανοήσουμε την απειλή της Στατικής Προβολής και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ως νοητική διαδικασία υπέρ συμπερασμάτων που αποτρέπουν εφικτές λύσεις σε μεγάλα προβλήματα. Δείτε για παράδειγμα την σημερινή στάση της Γερμανίας. Οι Γερμανοί πολίτες, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, θέλουν κοινό νόμισμα με την υπόλοιπη Ευρώπη αλλά πλήρως διαχωρισμένα χρέη από τους υπόλοιπους εξ ημών. Κατανοητό. Όμως και ανέφικτο. Οι Βορειοευρωπαίοι, γενικότερα, θεωρούν ότι οι Νοτιοευρωπαίοι δεν έχουμε την ίδια με αυτούς αφοσίωση στην δημοσιονομική πειθαρχία. Βλέπουν ότι, από την δεκαετία του 50 και μετά, εμείς οι Νότιοι (Ιταλοί, Έλληνες κλπ) δείξαμε μεγάλη ανεκτικότητα στα ελλείμματα και στον πληθωρισμό. Μας φοβούνται. Δεν θέλουν με τίποτα τα δικά μας χρέη, και ήθη, να μολύνουν τα δικά τους. Λένε: Από το να γίνει κάτι τέτοιο (π.χ. να εκδοθεί ευρωομόλογο), καλύτερα να γυρίσουμε στο μάρκο. Πρόκειται για άλλο ένα παράδειγμα αυτού που ονομάζω Στατική Προβολή: Φωτογραφίζουν το παρόν, ή το λίγο 'πριν', κατόπιν εξετάζουν στατικές, εναλλακτικές, εικόνες του μέλλοντος (π.χ. μία με το ευρώ και ευρωομόλογα και μία με ένα νέο μάρκο χωρίς ευρωομόλογα), και επιλέγουν αυτό που θεωρούν καλύτερο, πιο εύπεπτο. (Δείτε, για παράδειγμα, την τοποθέτηση του Τάσου Τέλλογλου.) Στο μεταξύ, οι στατικές αυτές συγκρίσεις επισκιάζουν τις ραγδαίες δυναμικές, ανεξέλεγκτες, εξελίξεις που συμβαίνουν γύρω μας - π.χ. το γεγονός ότι η ΕΚΤ αναγκάζεται καθημερινά να τυπώνει πακτωλούς ευρώ για να στηρίζει χρεοκοπημένες τράπεζες (σημ. πάνω από €140 δις έχουν πάει στις Ιρλανδικές τους τελευταίους 12 μήνες, χωρίς να πει κανείς Γερμανός κουβέντα). Άλλη μια φορά, η Στατική Προβολή, ως μέθοδος ανάλυσης, οδηγεί σε καταστροφικές επιλογές που αντί να φέρουν την Γερμανία πιο κοντά στην επιθυμητή στατική εικόνα την οδηγούν με σιγουριά σε μια άλλη, εφιαλτική, κατάσταση - π.χ. στην κατάρρευση του ευρώ, στην ηρωική έξοδο της Γερμανίας από την ευρωζώνη, στην θεαματική ανατίμηση του νέου μάρκου, και στην κατάρρευση της βιομηχανικής παραγωγής, της απασχόλησης και, τέλος, της κοινωνικής ειρήνης.
Συμπερασματικά, παντού και πάντα το δύσκολο είναι να πεις όχι τι θέλεις να γίνει αλλά πως θα το πετύχεις. Πως θα πας από την εικόνα που έχεις στο μυαλό σου για το τώρα στην εικόνα του πως θα ήθελες το μέλλον. Μάλιστα στον Καιρό της Κρίσης, την ώρα που καταρρέουν όλα γύρω σου, αυτή η μετάβαση είναι ακόμα πιο δύσκολη. Τίποτα δεν παραμένει δεδομένο για πολύ και οι στατικές συγκρίσεις το μόνο που κάνουν είναι να μας εμποδίζουν από το να πράξουμε το καθήκον μας στην δύσκολη στιγμή: Να μετριάσουμε δηλαδή τους κραδασμούς και να ελαχιστοποιήσουμε τον αριθμό των θυμάτων της Κρίσης, έτσι ώστε το πέρασμα στην μετά το 2008 εποχή να είναι όσο λιγότερο ανθρωποφάγο γίνεται. Η Πρότασή μας αυτόν τον σκοπό, άλλωστε, έχει. Αλλά προσκρούσει στις μεγάλες αντιστάσεις που προκαλεί η Στατική Προβολή πολλών μιας ανέφικτης εικόνας του πως θα ήθελαν το μέλλον. Προσκρούει όμως και σε άλλα δύο εμπόδια. Στον Ηθικό Πανικό και στο Υπαρκτό Συμφέρον.
Ηθικός Πανικός
Στις περισσότερες δυτικές κοινωνίες, κατά την διάρκεια της περιόδου 1990-2005, η εγκληματικότητα μειώθηκε σημαντικά. Κι όμως. Οι περισσότεροι πολίτες, όταν ρωτιόντουσαν, απαντούσαν ότι ένιωθαν μεγαλύτερη ανασφάλεια και ότι φοβόντουσαν όλο και περισσότερο να ξεμυτίσουν από το σπίτι τους. Πρόκειται για κλασική περίπτωση ηθικού πανικού - μιας πλήρους αναντιστοιχίας μεταξύ της πραγματικότητας και του πως μια κοινωνική ομάδα, ολόκληρη η κοινωνία πολλές φορές, την αντιλαμβάνεται. Ο όρος, ηθικός πανικός, οφείλεται στον κοινωνιολόγο Stanley Cohen που τον όρισε (στο βιβλίο του Folk Devils and Moral Panics, του 1972) ως ένα έντονο, αρνητικό συναίσθημα που καταλαμβάνει μια μεγάλη κοινωνική ομάδα, πολλές φορές μια ολόκληρη κοινωνία, και το οποίο κάνει τα μέλη της να φοβούνται αλόγιστα πως κινδυνεύει η κοινωνική συνοχή.
Ένας ηθικός πανικός πάντα ξεκινά από κάποιο πραγματικό γεγονός αλλά παίρνει εντελώς δυσανάλογες διαστάσεις πριν οδηγήσει στην μαζική παρανόηση της πραγματικότητας. Σε αυτή την διαδικασία σημαντικό ρόλο παίζει πάντα μια κοινωνική υπο-ομάδα τα μέλη της οποίας ο Cohen ονομάζει 'ηθικούς επιχειρηματίες'. Στόχος τους: Να συσσωρεύσουν 'ηθικό κεφάλαιο' καταδεικνύοντας τους 'ηθικούς δαίμονες' που απειλούν την κοινωνική συνοχή και εναντίον των οποίων καλούν την υπόλοιπη κοινωνία να κινητοποιηθεί. Συνήθως, σε αυτή την διαδικασία βρίσκουν αρωγούς ΜΜΕ τα οποία αρπάζουν την ευκαιρία να επωφεληθούν από τον δημιουργούμενο ηθικό πανικό.
Τα επεισόδια ηθικού πανικού είναι περιπτώσεις όπου επισφαλείς απόψεις επικρατούν επειδή οι αντίθετες, ορθολογικές, γνώμες δαινομονοποιούνται και απορρίπτονται ως ταμπού πριν καλά-καλά ακουστούν. Στο αρχικό παράδειγμα παραπάνω, το να πει κανείς (π.χ. σε μια εκπομπή όπου οι συμμετέχοντες ωρύονται για την εγκληματικότητα) ότι η εγκληματικότητα στην πραγματικότητα μειώθηκε, ισοδυναμεί με το να πει πως η γη είναι επίπεδη. Απλά, δεν πρόκειται να ακουστεί καν η φωνή του. Κι ας λέει την αλήθεια!
Στην Κρίση της ευρωζώνης, δυστυχώς, παρατηρούμε έναν διττό ηθικό πανικό σε πλήρη εξέλιξη. Ο ένας εξελίσσεται στις πλεονασματικές χώρες, π.χ. Γερμανία, Ολλανδία, Αυστρία κλπ. Το πραγματικό γεγονός είναι η κρίση χρέους των ελλειμματικών χωρών. Στην βάση αυτού του εναύσματος, κάποιες κοινωνικές υπο-ομάδες συσσωρεύουν ίδιον 'ηθικό επιχειρηματικό κεφάλαιο' κατονομάζοντας τους 'ηθικούς δαίμονες', που δεν είναι άλλοι από τους τεμπέληδες Νότιους των οποίων η 'αήθης' δημοσιονομική συμπεριφορά απειλεί την κοινωνική συνοχή της χώρας τους. Όσο πιο επιτυχημένη είναι αυτή η συσσώρευση 'ηθικού επιχειρηματικού κεφαλαίου', τόσο πιο πολύ απομακρύνεται η Γερμανική κοινή γνώμη από την πραγματικότητα και τόσο πιο βαθειά βυθίζεται στην παράκρουση που της δημιουργεί το κρεσέντο του μεγεθυνόμενου ηθικού πανικού. Κάπου εκεί, η δυνατότητα ενός λογικού διαλόγου, μεταξύ ευρωπαίων εταίρων που προσπαθούν να βρουν μια από κοινού λύση σε μια κοινή Κρίση, εξαερώνεται.
Παράλληλα, ο ηθικός πανικός εξελίσσεται και σε ένα δεύτερο επίπεδο: εντός των προβληματικών χωρών όπως η δική μας. Και εδώ αναδεικνύεται μια ομάδα 'ηθικών επιχειρηματιών' οι οποίοι συσσωρεύουν το δικό τους κοινωνικό 'κεφάλαιο' ανακαλύπτοντας και καταδεικνύοντας τους 'ηθικούς δαίμονες' που απειλούν την 'εθνική αναγέννηση'. Ξεκινώντας από μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα ( την οποία ζει κάθε πολίτης αρκετά άτυχος ώστε να έχει να συναλλάσσεται το ελληνικό δημόσιο), αρχίζει η διαδικασία της συσσώρευσης εντόπιου 'ηθικού επιχειρηματικού κεφαλαίου' από την ανερχόμενη ομάδα των 'κοινωνικών επιχειρηματιών' οι οποίοι ξεκινούν δακτυλοδείχνοντας τους δημόσιους υπάλληλους, συλλήβδην, και επεκτεινόμενοι σε όποιον αμφισβητήσει την εύκολη εξήγηση, ότι δηλαδή η Κρίση οφείλεται στους εσωτερικούς 'ηθικούς δαίμονες' (συνδικαλιστές, όσους αρνούνται την σοφία της μείωσης των συντάξεων εν καιρώ Κρίσης, τους 'γραφικούς' που εξακολουθούν να πιστεύουν στις αρετές του να μην χρεώνονται δίδακτρα στους φοιτητές κλπ).
Υπό αυτό το κλίμα, όποιος τολμήσει να πει πως η Κρίση ίσως τελικά να έχει να κάνει με την αρχιτεκτονική της ευρωζώνης, και για αυτό ίσως να πρέπει το πρόβλημα να αντιμετωπιστεί σε επίπεδο ΕΕ, κατατάσσεται άμεσα και αμετάκλητα στην ομάδα αν όχι των 'ηθικών δαιμόνων' σίγουρα στην ομάδα των συνοδοιπόρων τους.
Υπαρκτό Συμφέρον
Στην εποχή της Κρίσης, διαστρεβλώνονται όλα. Ακόμα και αυτό που πολλοί θεωρούν συμφέρον τους συχνά αποδεικνύεται ότι δεν τους συμφέρει καθόλου. Νομίζουν, π.χ., πολλοί Γερμανοί ότι δεν τους συμφέρει η ενοποίηση των ευρωπαϊκών χρεών (π.χ. το ευρωομόλογο) και για αυτό προωθούν διμερείς δανειακές συμφωνίες με τα χρεοκοπημένα κράτη οι οποίες όμως συντελούν σε μια πολύ αναποτελεσματικότερη, και εν τέλει χειρότερη για την Γερμανία, ενοποίηση χρεών (είτε μέσω του ανεκδιήγητου Μηχανισμού Στήριξης, του EFSF, είτε μέσα από την μαζική παραγωγή χρήματος, από την ΕΚΤ, τα οποία πέφτουν, χωρίς αποτέλεσμα, στην μαύρη τρύπα του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος). Παράλληλα, και πολλοί έλληνες, ιρλανδοί κλπ απορρίπτουν την ενοποίηση του χρέους φοβούμενοι πως κάτι τέτοιο θα μας στερήσει την (ανύπαρκτη) δυνατότητα άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής. Άλλοι πάλι, όπως ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Ιταλίας, ο κ. Mario Draghi, οδηγούνται από προσωπικές φιλοδοξίες (στην προκείμενη περίπτωση να τον αποδεχθεί η Γερμανία ως αντικαταστάτη του κ.Trichet) στην πεισματική υπεράσπιση του σημερινού αδιεξόδου. Παραδείγματα τέτοια, κακώς νοούμενων συμφερόντων, υπάρχουν πολλά. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και υπαρκτά συμφέροντα τα οποία έχουν σοβαρό λόγο να αντιστέκονται σε αποτελεσματικές προτάσεις εξόδου από την Κρίση. Θα δώσω δύο.
Το πρώτο μέρος της Πρότασής μας, το οποίο πρεσβεύει μια Μεγάλη Τριμερή Διαπραγμάτευση μεταξύ της ΕΚΤ, των ευρωπαϊκών τραπεζών και των υπερχρεωμένων κρατών-μελών, με στόχο την συμφωνημένη παραγραφή μέρους του δημόσιου χρέους από τις τράπεζες (με αντάλλαγμα την εγγύηση μακροπρόθεσμης ρευστότητας από την ΕΚΤ), προβληματίζει το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Παρόλο που οι ευρωπαϊκές τράπεζες, στην κατάσταση πανικού που βρίσκονται σήμερα, θα αποδέχονταν μια τέτοια εξέλιξη με σχετική ανακούφιση, το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα (λέγε με Wall Street) δεν την βλέπει με καλό μάτι. Ο,τιδήποτε αφήνει περιθώριο για την μη πληρωμή μέρους ενός χρέους προς τις τράπεζες, δημιουργεί 'κακό προηγούμενο' και, για αυτό, συσπειρώνει το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα το οποίο, με την σειρά του, επιστρατεύει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να υπονομεύσει μια τέτοια λύση.
Το δεύτερο παράδειγμα αφορά αποκλειστικά την Γερμανία και το υπαρκτό συμφέρον που εμποδίζει την ελίτ της να αποδεχθεί μια πρόταση ουσιαστικής εξόδου από την Κρίση. Μετά την ενοποίηση των δύο Γερμανιών, η Γερμανία κατάφερε με μαεστρία να ξεπεράσει την σημαντική κρίση που προέκυψε (λόγω του γιγάντιου κόστους της απορρόφησης της Ανατολικής Γερμανίας) μέσω αύξηση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας της που βασίστηκε στην: (α) αναδιανομή εισοδήματος από την εργασία προς το βιομηχανικό κεφαλαίο, και (β) αναδιανομή του εργασιακού εισοδήματος εντός της εργατικής τάξης (μείωση των μισθών με αντάλλαγμα την αύξηση της απασχόλησης). Στον κόσμο της Γερμανικής εργασίας αποτέλεσμα αυτής της εντυπωσιακής διπλής διαδικασίας ήταν η σημαντική μείωση τόσο της ανεργίας όσο και του βιοτικού επιπέδου των εργαζόμενων. Για να το πω απλά, ο αριθμός των εργαζόμενων φτωχών στην Γερμανία πολλαπλασιάζεται την ώρα που η ανεργία μειώνεται. Αυτό το νέο status quo αποτελεί, για την Γερμανική ελίτ, τεράστια κατάκτηση και πηγή πλούτου. Φυσιολογικά, δεν πρόκειται να ανεχθεί εύκολα καμία εξέλιξη η οποία θα το απειλήσει.
Το πρόβλημα με την Κρίση, όσον αφορά την διατήρηση του συγκεκριμένου status quo, είναι ότι η υπέρβασή της απαιτεί συμπίεση, σε επίπεδο ΕΕ, του αθροίσματος δημόσιου χρέους και τραπεζικών ζημιών, κάτι που με την σειρά του απαιτεί και την ενοποίηση των υπολειπόμενων δημόσιων χρεών. Αυτή η πραγματικότητα κάνει την Γερμανική ελίτ να αναρωτιέται: "Αν οι δικοί μας εργαζόμενοι, που δουλεύουν καλύτερα και αποδοτικότερα, δουν ότι η Γερμανική κυβέρνηση αποδέχεται μεταρρυθμίσεις που μειώνουν τα χρέη των υπερχρεωμένων κρατών και τις ζημίες των αφρόνων τραπεζιτών, δεν είναι πολύ πιθανόν να ανακινήσουν ζήτημα όσον αφορά την διανομή του εισοδήματος μεταξύ εκείνων και ημών εντός των συνόρων της Γερμανίας;" Αυτός ο δικαιολογημένος φόβος είναι, από μόνος του, ικανός να δημιουργήσει μεγάλες αντιδράσεις εναντίον προτάσεων όπως η δική μας. Παράλληλα αποτελεί κίνητρο για κοινωνικές ομάδες στο εσωτερικό της Γερμανίας να υποκινήσουν τον Ηθικό Πανικό που ανέφερα παραπάνω, αλλά και να πέφτουν συνεχώς στην παγίδα της Στατικής Προβολής (βλ. ακόμα πιο παραπάνω).
Ένα θεωρώ σίγουρο: Αν αυτά τα τρία εμπόδια αποτρέψουν την εφαρμογή μιας πρόταση εξόδου που να κινείται στις γενικές γραμμές που καταθέσαμε, το ευρώ θα αποτελέσει παρελθόν. Και τότε όλα τα υπαρκτά συμφέροντα, οι ηθικοί πανικοί, και οι στατικές προβολές θα φανούν ασήμαντες λεπτομέρειες μπροστά στην ολική καταστροφή που θα ακολουθήσει.
Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010
Λογική εναντίον παραλογισμών.
Λογική εναντίον παραλογισμών
Άγγελος Στάγκος
Ένα μεγάλο και χοντρό παιχνίδι παίζεται αυτή την περίοδο γύρω από την κρίση στην Ευρωζώνη, την συνοχή των κρατών που την αποτελούν και κυρίως γύρω από το ευρώ. Είναι παιχνίδι για μεγάλα παιδιά, στo οποίο η Ελλάδα δεν μπορεί να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο λόγω μεγέθους και οικονομικής κατάστασης. Ωστόσο, το αποτέλεσμα θα έχει τεράστιες επιπτώσεις για τη χώρα μας, όπως και για πολλές άλλες χώρες. Εκείνο που μπορεί να κάνει η ελληνική κυβέρνηση από την πλευρά της, είναι να εκφράζει στα συλλογικά ευρωπαϊκά όργανα τις απόψεις της με προσοχή και κατά το δυνατόν σε συνεργασία με άλλους εταίρους. Κυρίως όμως οφείλει να εξυγιάνει την χώρα, να την εκλογικεύσει, να την καταστήσει λειτουργική, να την βγάλει από την παρακμή και την τριτοκοσμική νοοτροπία.
Οι πάντες γνωρίζουν ότι βρισκόμαστε σε μία κρίσιμη καμπή. Πρέπει να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις, να εξυγιανθούν οι ΔΕΚΟ και να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις των καιρών, προκειμένου να πάρουμε την τέταρτη δόση του δανείου από τον μηχανισμό στήριξης της οικονομίας. Αυτά είναι πράγματα που έπρεπε να είχαν γίνει από καιρό, δίχως να τα επιβάλλουν τρίτοι. Τώρα που τα επιβάλλουν αυτοί οι τρίτοι, είμαστε αναγκασμένοι να τα κάνουμε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα και μέσα σε κλίμα αμφιθυμίας, αμφισβήτησης και αντιδράσεων. Το κακό είναι ότι επικρατεί πάλι άκρατος παραλογισμός. Πολλοί είναι εκείνοι που ξέχασαν σε ποιο σημείο βρεθήκαμε τον Μάϊο, που δεν εννοούν να αντιληφθούν που βρισκόμαστε σήμερα και δεν θέλουν να σκεφθούν που θα βρεθούμε αύριο, αν δεν πάρουμε την τέταρτη δόση… Με λίγα λόγια, είναι πολλοί εκείνοι που αδυνατούν να χωνέψουν ότι δεν υπάρχουν λεφτά, ούτε καν δανεικά!
Μιλάμε σήμερα για την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του δανείου των 110 δις ευρώ από τον μηχανισμό στήριξης, πριν καν εξασφαλίσουμε την περίφημη τέταρτη δόση. Έρχονται στην Αθήνα ο Ντομινίκ Στρος Καν και ο Όλι Ρεν για να μας θυμίσουν ότι ο δρόμος που έχει χαραχθεί είναι ο μοναδικός που μπορούμε και πρέπει να ακολουθήσουμε για να πάρουμε τις επόμενες δόσεις και εμείς βάζουμε στο στόχαστρο το Μνημόνιο και το πυροβολούμε κατά βούληση γιατί δεν προωθεί την ανάπτυξη. Σαν να βρισκόταν σε αναπτυξιακή πορεία η οικονομία της χώρας πριν υπογραφεί το Μνημόνιο. Ή ότι είναι δυνατόν να ξεπεράσουμε την ύφεση αν απαλλαγούμε από δαύτο. Και σε κάθε περίπτωση, τι εννοούν όλοι αυτοί και ο καθένας χωριστά, που καταριούνται το Μνημόνιο ως αντιαναπτυξιακό; Μήπως εννοούν επιστροφή στο οικονομικό-κοινωνικό μοντέλο που μας έφερε σε αυτό χάλι; Ή μήπως πιέζουν για να βαφτίσει το κράτος «κίνητρα» τις επιδοτήσεις και να συνεχίσει να μοιράζει λεφτά που δεν υπάρχουν;
Η «λογική» βέβαια άποψη κάποιων είναι ότι το Μνημόνιο είναι αντιαναπτυξιακό γιατί αφαιρεί λεφτά από την αγορά, αφού μειώνει αποδοχές, ενώ παράλληλα αυξάνονται οι φόροι. Υπάρχει όντως ζήτημα. Από την άλλη πλευρά πρέπει να επισημανθεί για άλλη μία φορά ότι το δημόσιο είχε πέσει στα βράχια με τις αλόγιστες σπατάλες, ότι η οικονομία πρέπει οπωσδήποτε να γίνει ανταγωνιστική, αν θέλουμε να ελπίζουμε ότι κάποια στιγμή θα ξαναβγούμε στην επιφάνεια και τέλος, ότι το κράτος είναι αναγκασμένο να βρει λεφτά από κάπου. Ο αντίλογος είναι ότι οι νέοι φόροι στεγνώνουν την αγορά και επομένως εισπράττει λιγότερα από ό,τι θα εισέπραττε από μικρότερη φορολογία. Μπορεί να είναι και έτσι. Όμως πόσοι πλήρωναν τους φόρους τους όταν ήταν μικρότεροι τις εποχές των παχιών αγελάδων; Και που βρήκαν όλοι αυτοί που έτρεξαν και τρέχουν στην περαίωση τα λεφτά;
Υπάρχουν και εκείνοι που υποστηρίζουν ότι αποκλείεται να σωθούμε με την εφαρμογή των πολιτικών του Μνημονίου και θέτουν θέμα αναδιάρθρωσης του χρέους ή επιστροφής στη δραχμή. Άγνωστο αν πρόκειται για οπαδούς του Ρουμπινί ή αν έχουν δική τους αυτόβουλη σκέψη όσοι προβάλλουν τέτοιες απόψεις. Ωστόσο, θα πρέπει να λάβουν υπ΄ όψιν ότι επιστροφή στη δραχμή ταυτίζεται με βαρβάτη υποτίμηση, την ώρα που τα χρέη και οι εισαγωγές θα συνεχίσουν να πληρώνονται με ευρώ και δολάρια, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να συνεχίζεται η εξυγίανση του δημοσίου και η πολιτική της λιτότητας. Αντίθετα, δεν σημαίνει ότι θα βρίσκουμε δανεικά. Όσο για την αναδιάρθρωση του χρέους, αυτή ταυτίζεται με πτώχευση αν εμείς την ζητήσουμε μονομερώς και φυσικά οι αγορές θα μας τσακίσουν. To ζητούμενο είναι η όποια αναδιάρθρωση να γίνει υπό την αιγίδα της Ευρωζώνης όταν έλθει η στιγμή και μέχρι τότε είμαστε υποχρεωμένοι να προσπαθήσουμε να γίνουμε …καλά παιδιά. Για το δικό μας συμφέρον, όχι των άλλων
Το μνημόνιο μόνο του δεν εξασφαλίζει το αίσιο τέλος. Ούτε υπάρχει αμφιβολία ότι το αίσιο τέλος προϋποθέτει ανάπτυξη. Μόνο που η ανάπτυξη προϋποθέτει με τη σειρά της ανταγωνιστικότητα με στόχο την εκτός συνόρων αγορά και αυτή πάλι χρειάζεται την εξυγίανση του δημοσίου και την αλλαγή του μοντέλου. Όπως είπε και ο Σκιόπα, θα απαιτηθούν αρκετά χρόνια για να ξαναβγούμε στην επιφάνεια. Και κυρίως χρειαζόμαστε την Ευρωζώνη και την εμβάθυνσή της με στόχο την οικονομική ένωση. Γιατί θα θέλουμε συνεχώς την βοήθειά της. Αυτό τουλάχιστον λέει η λογική.
Άγγελος Στάγκος
Ένα μεγάλο και χοντρό παιχνίδι παίζεται αυτή την περίοδο γύρω από την κρίση στην Ευρωζώνη, την συνοχή των κρατών που την αποτελούν και κυρίως γύρω από το ευρώ. Είναι παιχνίδι για μεγάλα παιδιά, στo οποίο η Ελλάδα δεν μπορεί να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο λόγω μεγέθους και οικονομικής κατάστασης. Ωστόσο, το αποτέλεσμα θα έχει τεράστιες επιπτώσεις για τη χώρα μας, όπως και για πολλές άλλες χώρες. Εκείνο που μπορεί να κάνει η ελληνική κυβέρνηση από την πλευρά της, είναι να εκφράζει στα συλλογικά ευρωπαϊκά όργανα τις απόψεις της με προσοχή και κατά το δυνατόν σε συνεργασία με άλλους εταίρους. Κυρίως όμως οφείλει να εξυγιάνει την χώρα, να την εκλογικεύσει, να την καταστήσει λειτουργική, να την βγάλει από την παρακμή και την τριτοκοσμική νοοτροπία.
Οι πάντες γνωρίζουν ότι βρισκόμαστε σε μία κρίσιμη καμπή. Πρέπει να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις, να εξυγιανθούν οι ΔΕΚΟ και να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις των καιρών, προκειμένου να πάρουμε την τέταρτη δόση του δανείου από τον μηχανισμό στήριξης της οικονομίας. Αυτά είναι πράγματα που έπρεπε να είχαν γίνει από καιρό, δίχως να τα επιβάλλουν τρίτοι. Τώρα που τα επιβάλλουν αυτοί οι τρίτοι, είμαστε αναγκασμένοι να τα κάνουμε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα και μέσα σε κλίμα αμφιθυμίας, αμφισβήτησης και αντιδράσεων. Το κακό είναι ότι επικρατεί πάλι άκρατος παραλογισμός. Πολλοί είναι εκείνοι που ξέχασαν σε ποιο σημείο βρεθήκαμε τον Μάϊο, που δεν εννοούν να αντιληφθούν που βρισκόμαστε σήμερα και δεν θέλουν να σκεφθούν που θα βρεθούμε αύριο, αν δεν πάρουμε την τέταρτη δόση… Με λίγα λόγια, είναι πολλοί εκείνοι που αδυνατούν να χωνέψουν ότι δεν υπάρχουν λεφτά, ούτε καν δανεικά!
Μιλάμε σήμερα για την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του δανείου των 110 δις ευρώ από τον μηχανισμό στήριξης, πριν καν εξασφαλίσουμε την περίφημη τέταρτη δόση. Έρχονται στην Αθήνα ο Ντομινίκ Στρος Καν και ο Όλι Ρεν για να μας θυμίσουν ότι ο δρόμος που έχει χαραχθεί είναι ο μοναδικός που μπορούμε και πρέπει να ακολουθήσουμε για να πάρουμε τις επόμενες δόσεις και εμείς βάζουμε στο στόχαστρο το Μνημόνιο και το πυροβολούμε κατά βούληση γιατί δεν προωθεί την ανάπτυξη. Σαν να βρισκόταν σε αναπτυξιακή πορεία η οικονομία της χώρας πριν υπογραφεί το Μνημόνιο. Ή ότι είναι δυνατόν να ξεπεράσουμε την ύφεση αν απαλλαγούμε από δαύτο. Και σε κάθε περίπτωση, τι εννοούν όλοι αυτοί και ο καθένας χωριστά, που καταριούνται το Μνημόνιο ως αντιαναπτυξιακό; Μήπως εννοούν επιστροφή στο οικονομικό-κοινωνικό μοντέλο που μας έφερε σε αυτό χάλι; Ή μήπως πιέζουν για να βαφτίσει το κράτος «κίνητρα» τις επιδοτήσεις και να συνεχίσει να μοιράζει λεφτά που δεν υπάρχουν;
Η «λογική» βέβαια άποψη κάποιων είναι ότι το Μνημόνιο είναι αντιαναπτυξιακό γιατί αφαιρεί λεφτά από την αγορά, αφού μειώνει αποδοχές, ενώ παράλληλα αυξάνονται οι φόροι. Υπάρχει όντως ζήτημα. Από την άλλη πλευρά πρέπει να επισημανθεί για άλλη μία φορά ότι το δημόσιο είχε πέσει στα βράχια με τις αλόγιστες σπατάλες, ότι η οικονομία πρέπει οπωσδήποτε να γίνει ανταγωνιστική, αν θέλουμε να ελπίζουμε ότι κάποια στιγμή θα ξαναβγούμε στην επιφάνεια και τέλος, ότι το κράτος είναι αναγκασμένο να βρει λεφτά από κάπου. Ο αντίλογος είναι ότι οι νέοι φόροι στεγνώνουν την αγορά και επομένως εισπράττει λιγότερα από ό,τι θα εισέπραττε από μικρότερη φορολογία. Μπορεί να είναι και έτσι. Όμως πόσοι πλήρωναν τους φόρους τους όταν ήταν μικρότεροι τις εποχές των παχιών αγελάδων; Και που βρήκαν όλοι αυτοί που έτρεξαν και τρέχουν στην περαίωση τα λεφτά;
Υπάρχουν και εκείνοι που υποστηρίζουν ότι αποκλείεται να σωθούμε με την εφαρμογή των πολιτικών του Μνημονίου και θέτουν θέμα αναδιάρθρωσης του χρέους ή επιστροφής στη δραχμή. Άγνωστο αν πρόκειται για οπαδούς του Ρουμπινί ή αν έχουν δική τους αυτόβουλη σκέψη όσοι προβάλλουν τέτοιες απόψεις. Ωστόσο, θα πρέπει να λάβουν υπ΄ όψιν ότι επιστροφή στη δραχμή ταυτίζεται με βαρβάτη υποτίμηση, την ώρα που τα χρέη και οι εισαγωγές θα συνεχίσουν να πληρώνονται με ευρώ και δολάρια, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να συνεχίζεται η εξυγίανση του δημοσίου και η πολιτική της λιτότητας. Αντίθετα, δεν σημαίνει ότι θα βρίσκουμε δανεικά. Όσο για την αναδιάρθρωση του χρέους, αυτή ταυτίζεται με πτώχευση αν εμείς την ζητήσουμε μονομερώς και φυσικά οι αγορές θα μας τσακίσουν. To ζητούμενο είναι η όποια αναδιάρθρωση να γίνει υπό την αιγίδα της Ευρωζώνης όταν έλθει η στιγμή και μέχρι τότε είμαστε υποχρεωμένοι να προσπαθήσουμε να γίνουμε …καλά παιδιά. Για το δικό μας συμφέρον, όχι των άλλων
Το μνημόνιο μόνο του δεν εξασφαλίζει το αίσιο τέλος. Ούτε υπάρχει αμφιβολία ότι το αίσιο τέλος προϋποθέτει ανάπτυξη. Μόνο που η ανάπτυξη προϋποθέτει με τη σειρά της ανταγωνιστικότητα με στόχο την εκτός συνόρων αγορά και αυτή πάλι χρειάζεται την εξυγίανση του δημοσίου και την αλλαγή του μοντέλου. Όπως είπε και ο Σκιόπα, θα απαιτηθούν αρκετά χρόνια για να ξαναβγούμε στην επιφάνεια. Και κυρίως χρειαζόμαστε την Ευρωζώνη και την εμβάθυνσή της με στόχο την οικονομική ένωση. Γιατί θα θέλουμε συνεχώς την βοήθειά της. Αυτό τουλάχιστον λέει η λογική.
Στο κατώφλι του εφιάλτη.
Δεκ 8th, 2010 | Ανδρέας Ανδριανόπουλος
Μετά από τόσους μήνες κάτω από το πρόγραμμα διάσωσης της οικονομίας, με βάση το Μνημόνιο ανάμεσα στην Ελλάδα και τους δανειστές μας, ελάχιστοι έλληνες έχουν συνειδητοποιήσει το πραγματικό πρόβλημα της χώρας. Και τις διακινδυνεύσεις που αντιμετωπίζουμε σε περίπτωση αποτυχίας. Είναι σίγουρο πάντως πως οι περισσότεροι πολιτικοί αλλά και πάμπολλοι εκφραστές της κοινής γνώμης δεν έχουν συνειδητοποιήσει το πρόβλημα και τις διαστάσεις του.
Η διέξοδος είναι πρακτικά μόνο μία. Η παράλληλη μείωση των εξόδων μας (ψαλίδι δηλ στις δημόσιες δαπάνες) με την αύξηση της παραγωγής πλούτου (δυναμική ανάπτυξη). Αυτό όμως προϋποθέτει δραστικές περικοπές στον όγκο και την έκταση του κράτους. Και για να μειωθεί η γραφειοκρατία και να ελευθερωθούν οι αγορές αλλά και για να περικοπούν τα δημόσια έξοδα. Στην προοπτική όμως αυτή αντιστέκεται με σφοδρότητα το ελληνικό πολιτικό σύστημα και η κοινωνία
Η Ελλάδα σήμερα δανείζεται όχι απλά μόνο για να πληρώσει μέρος αυτών που χρωστάει. Αλλά και για να καλύψει τρέχουσες υποχρεώσεις που είναι απαραίτητες για την καθημερινότητά μας και για την εκπλήρωση βασικών βιοτικών μας αναγκών. Με τα χρήματα της Τρόικας δηλ. δεν αποπληρώνουμε απλά τις υποχρεώσεις μας από παλιά δάνεια στους δανειστές μας από το εξωτερικό. Αλλά συμπληρώνουμε το εισόδημα που μας είναι απαραίτητο για την αντιμετώπιση πιεστικών άμεσων αναγκών μας. Διότι εξακολουθούμε να παράγουμε πολύ λιγότερα από όσα ξοδεύουμε. Και συμπληρώνουμε έτσι το κόστος των εξόδων μας από αυτά που μας δανείζει το ΔΝΤ, η ΕΕ και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα. Από τα πράγματα δηλ εξακολουθούμε να βαδίζουμε με βήμα ταχύ προς το αδιέξοδο. Τα χρέη μας μεγαλώνουν ενώ η παραγωγική μας υποδομή συρρικνώνεται. Πως είναι λοιπόν δυνατόν να επιβιώσουμε;
Η διέξοδος είναι πρακτικά μόνο μία. Η παράλληλη μείωση των εξόδων μας (ψαλίδι δηλ στις δημόσιες δαπάνες) με την αύξηση της παραγωγής πλούτου (δυναμική ανάπτυξη). Αυτό όμως προϋποθέτει δραστικές περικοπές στον όγκο και την έκταση του κράτους. Και για να μειωθεί η γραφειοκρατία και να ελευθερωθούν οι αγορές αλλά και για να περικοπούν τα δημόσια έξοδα. Στην προοπτική όμως αυτή αντιστέκεται με σφοδρότητα το ελληνικό πολιτικό σύστημα και η κοινωνία. Διότι και οι δύο έχουν ταυτίσει το κράτος είτε με την καθημερινότητα της πολιτικής είτε με την απορρόφηση της ανεργίας και το μοίρασμα παροχών και προσόδων.
Η αντιμετώπιση του Μνημονίου από ΜΜΕ και υποτιθέμενα έγκυρους αναλυτές / σχολιαστές είναι χαρακτηριστική. Κάθε δυσκολία που καθημερινά αντιμετωπίζουμε αντί να χρεώνεται στις δημοσιονομικές πολιτικές του, για δεκαετίες, εκτεταμένου κρατισμού, εμφανίζεται σαν αποτέλεσμα των πολιτικών που η Τρόικα μας επιβάλλει με στόχο δήθεν την καταρράκωση των Ελλήνων και του υπερήφανου φρονήματός τους. Πάλι οι ξένοι φταίνε, επιβουλευόμενοι του εθνικού μας μεγαλείου και υπονομεύοντας τα «θαυμαστά» μας επιτεύγματα. Η αφήγηση αναφέρεται σε μια διεθνή νεοφιλελεύθερη συνωμοσία που στοχεύει τα λαϊκά δικαιώματα κι αποβλέπει στην κατάργηση κάθε κατακτημένου δικαιώματος.
Οι αρμόδιοι συνωμοσιολογούντες αφηγητές όμως αποφεύγουν να σημειώσουν πως οι σχετικές «κατακτήσεις» στηρίχθηκαν σε δανεικά από τους μισητούς ξένους Τραπεζίτες. Ενώ οι κακοί νεοφιλελεύθεροι από πάντα υποστήριζαν την συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, εχθρεύονταν το ευρώ, απαιτούσαν μείωση φόρων και δεν πίστευαν στην κρατική παρέμβαση για διάσωση Τραπεζών η ενίσχυση κλυδωνιζόμενων ιδιωτικών επιχειρήσεων. Και στις ΗΠΑ βέβαια εχθρεύονται το ΔΝΤ και για του οποίου την κατάργηση προπαγανδίζουν και πιέζουν.
Είναι λοιπόν πρακτικά αδύνατον μέσα σε τρείς περίπου μήνες το ελληνικό πολιτικό σύστημα να αναδιοργανωθεί και να αλλάξει συμπεριφορά. Είναι έτσι πιθανότατο να μην εκταμιευθεί τελικά η τέταρτη δόση και η χώρα να οδηγηθεί σε χρεωκοπία. Κι οφείλουν όλοι να κατανοήσουν τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Δίχως τα χρήματα της Τρόικας θα είναι αδύνατον να ξεπληρώσουμε διεθνείς υποχρεώσεις αλλά και να ικανοποιήσουμε δικές μας τρέχουσες ανάγκες. Η κυβέρνηση δεν θα έχει λ.χ την δυνατότητα πληρωμής όλων των μισθών και των συντάξεων. Κατά πάσα πιθανότητα θα αναγκασθεί να βγεί από το ευρώ ώστε να τυπώσει χρήμα και να πληρώσει τις εσωτερικές της υποχρεώσεις. Η αναπόφευκτη όμως μεγάλη υποτίμηση θα κάνει αδυσώπητα μεγάλο το εξωτερικό χρέος και θα καταδικάσει την χώρα σε μακρόχρονη ύφεση και παρακμή.
Κατά πάσα πιθανότητα θα αναγκασθεί να βγεί από το ευρώ ώστε να τυπώσει χρήμα και να πληρώσει τις εσωτερικές της υποχρεώσεις. Η αναπόφευκτη όμως μεγάλη υποτίμηση θα κάνει αδυσώπητα μεγάλο το εξωτερικό χρέος και θα καταδικάσει την χώρα σε μακρόχρονη ύφεση και παρακμή
Η αδυναμία αποπληρωμής δόσεων των όσων χρωστάμε στο εξωτερικό θα διακόψει την όποια δυνατότητα διεθνούς χρηματοδότησης. Συνακόλουθα θα στεγνώσουμε από συναλλαγματικά αποθέματα. Και θα καταρρεύσουν οι εισαγωγές. Το εμπόριο θα τιναχθεί στον αέρα και μαζί του τα έσοδα του κράτους. Η φορολόγηση ακινήτων , ο ΦΠΑ και τα όποια άλλα φορολογικά έσοδα θα εξαφανισθούν από ένα αδύναμο να πληρώσει κοινωνικό σύνολο. Που παράλληλα δεν θα είναι σε θέση να αγοράσει και πολλά είδη πρώτης ανάγκης. Οι εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου θα διακοπούν με αποτέλεσμα περικοπές στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, σοβαρότατες ελλείψεις βενζίνης και πετρελαίου θέρμανσης καθώς και κηροζίνης για τα αεροπλάνα. Όλα τα ηλεκτρονικά μέσα και λόγω ηλεκτρισμού αλλά και λόγω διακοπών στις εισαγωγές θα πάψουν να λειτουργούν με ανυπολόγιστες συνέπειες σε συγκοινωνίες, νοσοκομεία και επιχειρήσεις.
Η κάμψη των εισαγωγών θα προκαλέσει και ελλείψεις σε τρόφιμα ενώ τα σούπερ μάρκετ θα αδειάζουν. Η κυβέρνηση θα αναγκασθεί να οργανώνει συσσίτια στους δρόμους ενώ συμμορίες ημεδαπών και αλλοδαπών θα διατρέχουν τους δρόμους και θα ελέγχουν ολόκληρες συνοικίες.
Ο εφιάλτης είναι πολύ κοντά. Εκτός αν ξυπνήσουμε έγκαιρα.
Ανδρέας Ανδριανόπουλος
Μετά από τόσους μήνες κάτω από το πρόγραμμα διάσωσης της οικονομίας, με βάση το Μνημόνιο ανάμεσα στην Ελλάδα και τους δανειστές μας, ελάχιστοι έλληνες έχουν συνειδητοποιήσει το πραγματικό πρόβλημα της χώρας. Και τις διακινδυνεύσεις που αντιμετωπίζουμε σε περίπτωση αποτυχίας. Είναι σίγουρο πάντως πως οι περισσότεροι πολιτικοί αλλά και πάμπολλοι εκφραστές της κοινής γνώμης δεν έχουν συνειδητοποιήσει το πρόβλημα και τις διαστάσεις του.
Η διέξοδος είναι πρακτικά μόνο μία. Η παράλληλη μείωση των εξόδων μας (ψαλίδι δηλ στις δημόσιες δαπάνες) με την αύξηση της παραγωγής πλούτου (δυναμική ανάπτυξη). Αυτό όμως προϋποθέτει δραστικές περικοπές στον όγκο και την έκταση του κράτους. Και για να μειωθεί η γραφειοκρατία και να ελευθερωθούν οι αγορές αλλά και για να περικοπούν τα δημόσια έξοδα. Στην προοπτική όμως αυτή αντιστέκεται με σφοδρότητα το ελληνικό πολιτικό σύστημα και η κοινωνία
Η Ελλάδα σήμερα δανείζεται όχι απλά μόνο για να πληρώσει μέρος αυτών που χρωστάει. Αλλά και για να καλύψει τρέχουσες υποχρεώσεις που είναι απαραίτητες για την καθημερινότητά μας και για την εκπλήρωση βασικών βιοτικών μας αναγκών. Με τα χρήματα της Τρόικας δηλ. δεν αποπληρώνουμε απλά τις υποχρεώσεις μας από παλιά δάνεια στους δανειστές μας από το εξωτερικό. Αλλά συμπληρώνουμε το εισόδημα που μας είναι απαραίτητο για την αντιμετώπιση πιεστικών άμεσων αναγκών μας. Διότι εξακολουθούμε να παράγουμε πολύ λιγότερα από όσα ξοδεύουμε. Και συμπληρώνουμε έτσι το κόστος των εξόδων μας από αυτά που μας δανείζει το ΔΝΤ, η ΕΕ και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα. Από τα πράγματα δηλ εξακολουθούμε να βαδίζουμε με βήμα ταχύ προς το αδιέξοδο. Τα χρέη μας μεγαλώνουν ενώ η παραγωγική μας υποδομή συρρικνώνεται. Πως είναι λοιπόν δυνατόν να επιβιώσουμε;
Η διέξοδος είναι πρακτικά μόνο μία. Η παράλληλη μείωση των εξόδων μας (ψαλίδι δηλ στις δημόσιες δαπάνες) με την αύξηση της παραγωγής πλούτου (δυναμική ανάπτυξη). Αυτό όμως προϋποθέτει δραστικές περικοπές στον όγκο και την έκταση του κράτους. Και για να μειωθεί η γραφειοκρατία και να ελευθερωθούν οι αγορές αλλά και για να περικοπούν τα δημόσια έξοδα. Στην προοπτική όμως αυτή αντιστέκεται με σφοδρότητα το ελληνικό πολιτικό σύστημα και η κοινωνία. Διότι και οι δύο έχουν ταυτίσει το κράτος είτε με την καθημερινότητα της πολιτικής είτε με την απορρόφηση της ανεργίας και το μοίρασμα παροχών και προσόδων.
Η αντιμετώπιση του Μνημονίου από ΜΜΕ και υποτιθέμενα έγκυρους αναλυτές / σχολιαστές είναι χαρακτηριστική. Κάθε δυσκολία που καθημερινά αντιμετωπίζουμε αντί να χρεώνεται στις δημοσιονομικές πολιτικές του, για δεκαετίες, εκτεταμένου κρατισμού, εμφανίζεται σαν αποτέλεσμα των πολιτικών που η Τρόικα μας επιβάλλει με στόχο δήθεν την καταρράκωση των Ελλήνων και του υπερήφανου φρονήματός τους. Πάλι οι ξένοι φταίνε, επιβουλευόμενοι του εθνικού μας μεγαλείου και υπονομεύοντας τα «θαυμαστά» μας επιτεύγματα. Η αφήγηση αναφέρεται σε μια διεθνή νεοφιλελεύθερη συνωμοσία που στοχεύει τα λαϊκά δικαιώματα κι αποβλέπει στην κατάργηση κάθε κατακτημένου δικαιώματος.
Οι αρμόδιοι συνωμοσιολογούντες αφηγητές όμως αποφεύγουν να σημειώσουν πως οι σχετικές «κατακτήσεις» στηρίχθηκαν σε δανεικά από τους μισητούς ξένους Τραπεζίτες. Ενώ οι κακοί νεοφιλελεύθεροι από πάντα υποστήριζαν την συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, εχθρεύονταν το ευρώ, απαιτούσαν μείωση φόρων και δεν πίστευαν στην κρατική παρέμβαση για διάσωση Τραπεζών η ενίσχυση κλυδωνιζόμενων ιδιωτικών επιχειρήσεων. Και στις ΗΠΑ βέβαια εχθρεύονται το ΔΝΤ και για του οποίου την κατάργηση προπαγανδίζουν και πιέζουν.
Είναι λοιπόν πρακτικά αδύνατον μέσα σε τρείς περίπου μήνες το ελληνικό πολιτικό σύστημα να αναδιοργανωθεί και να αλλάξει συμπεριφορά. Είναι έτσι πιθανότατο να μην εκταμιευθεί τελικά η τέταρτη δόση και η χώρα να οδηγηθεί σε χρεωκοπία. Κι οφείλουν όλοι να κατανοήσουν τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Δίχως τα χρήματα της Τρόικας θα είναι αδύνατον να ξεπληρώσουμε διεθνείς υποχρεώσεις αλλά και να ικανοποιήσουμε δικές μας τρέχουσες ανάγκες. Η κυβέρνηση δεν θα έχει λ.χ την δυνατότητα πληρωμής όλων των μισθών και των συντάξεων. Κατά πάσα πιθανότητα θα αναγκασθεί να βγεί από το ευρώ ώστε να τυπώσει χρήμα και να πληρώσει τις εσωτερικές της υποχρεώσεις. Η αναπόφευκτη όμως μεγάλη υποτίμηση θα κάνει αδυσώπητα μεγάλο το εξωτερικό χρέος και θα καταδικάσει την χώρα σε μακρόχρονη ύφεση και παρακμή.
Κατά πάσα πιθανότητα θα αναγκασθεί να βγεί από το ευρώ ώστε να τυπώσει χρήμα και να πληρώσει τις εσωτερικές της υποχρεώσεις. Η αναπόφευκτη όμως μεγάλη υποτίμηση θα κάνει αδυσώπητα μεγάλο το εξωτερικό χρέος και θα καταδικάσει την χώρα σε μακρόχρονη ύφεση και παρακμή
Η αδυναμία αποπληρωμής δόσεων των όσων χρωστάμε στο εξωτερικό θα διακόψει την όποια δυνατότητα διεθνούς χρηματοδότησης. Συνακόλουθα θα στεγνώσουμε από συναλλαγματικά αποθέματα. Και θα καταρρεύσουν οι εισαγωγές. Το εμπόριο θα τιναχθεί στον αέρα και μαζί του τα έσοδα του κράτους. Η φορολόγηση ακινήτων , ο ΦΠΑ και τα όποια άλλα φορολογικά έσοδα θα εξαφανισθούν από ένα αδύναμο να πληρώσει κοινωνικό σύνολο. Που παράλληλα δεν θα είναι σε θέση να αγοράσει και πολλά είδη πρώτης ανάγκης. Οι εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου θα διακοπούν με αποτέλεσμα περικοπές στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, σοβαρότατες ελλείψεις βενζίνης και πετρελαίου θέρμανσης καθώς και κηροζίνης για τα αεροπλάνα. Όλα τα ηλεκτρονικά μέσα και λόγω ηλεκτρισμού αλλά και λόγω διακοπών στις εισαγωγές θα πάψουν να λειτουργούν με ανυπολόγιστες συνέπειες σε συγκοινωνίες, νοσοκομεία και επιχειρήσεις.
Η κάμψη των εισαγωγών θα προκαλέσει και ελλείψεις σε τρόφιμα ενώ τα σούπερ μάρκετ θα αδειάζουν. Η κυβέρνηση θα αναγκασθεί να οργανώνει συσσίτια στους δρόμους ενώ συμμορίες ημεδαπών και αλλοδαπών θα διατρέχουν τους δρόμους και θα ελέγχουν ολόκληρες συνοικίες.
Ο εφιάλτης είναι πολύ κοντά. Εκτός αν ξυπνήσουμε έγκαιρα.
Ανδρέας Ανδριανόπουλος
Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010
Δέκα αλήθειες που μας έμαθε η κρίση
Δέκα αλήθειες που μας έμαθε η κρίση
02/12/2010
του Θάνου Δημάδη
Ίσως αυτές οι δύσκολες ώρες που περνάμε ως κοινωνία πρέπει να σταθούν η αφορμή για να κοιταχθούμε στον καθρέφτη της ιστορίας και να έρθουμε αντιμέτωποι με τους ίδιους μας τους εαυτούς. Διαδικασία δύσκολη, επίπονη, αιματηρή όσο και λυτρωτική την ίδια στιγμή. Για να το πετύχουμε αυτό χρειάζεται να είμαστε ειλικρινείς απέναντι στην εθνική συλλογική μας μνήμη και κρίση. Και να πούμε αλήθειες και μόνον. Όσες δεν ειπώθηκαν όλα τα προηγούμενα χρόνια αλλά και όσες δεν ήθελε ούτε η κοινωνία να ακούσει. Όχι με ανόητες υπεραπλουστεύσεις του τύπου «όλοι μαζί τα φάγαμε», ούτε με θρασείς υπερβολές του τύπου «το μνημόνιο είναι ευτύχημα» αλά στυλ Πάγκαλου. Γιατί τέτοιες δηλώσεις μόνο αμετροέπεια δείχνουν, ειδικά όταν προέρχονται από τους κυριότερους εκφραστές ενός πολιτικού, κομματικού και κοινωνικού συστήματος που τα τελευταία 36 χρόνια βούλιαξε την Ελλάδα με αποτέλεσμα σήμερα οι νεότερες κυρίως γενιές να καλούνται να πληρώσουν τα δικά τους τα σπασμένα.
Με αφορμή τη σημερινή κρίση ας ψηλαφήσουμε έστω και με καθυστέρηση κάποιων ετών μερικές αλήθειες για το πώς πορευτήκαμε και που καταλήξαμε να βρισκόμαστε σήμερα.
Αλήθεια πρώτη: μαζί με την οικονομία πτώχευσε και το πολιτικό μας σύστημα. Η Δημοκρατία της Μεταπολίτευσης εκτράπηκε σε ένα φαύλο σύστημα υπόγειας συνδιαλλαγής, βολέματος και αναξιοκρατίας. Το σύνθημα «ψωμί, παιδεία, ελευθερία» έδωσε τη θέση του σε ξεφτισμένα ιδανικά που ήταν αυτά τα οποία ενέπνευσαν το μεταπολιτευτικό κράτος για να καλλιεργήσει την αρπαχτή και της ρεμούλα ως επικρατούσες ιδεολογίες.
Αλήθεια δεύτερη: ήρθε η ώρα να απομυθοποιήσουμε τη λεγόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου». Είναι η ίδια γενιά που τιμούμε κάθε χρόνο για τους αγώνες που έδωσε ενάντια στη δικτατορία. Και ορθώς. Είναι και η ίδια όμως γενιά που πήρε στα χέρια της και διαχειρίστηκε τις τύχες της χώρες μας τα τελευταία 30 χρόνια. Κατέλαβε θέσεις στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική ιεραρχία της και, εκ του σημερινού αποτελέσματος κρίνοντας, απέτυχε παταγωδώς.
Αλήθεια τρίτη: ο ελληνικός λαός δεν πρέπει να πιστέψει ξανά όσους του παρουσιάζονται ως σωτήρες που θα σώσουν την Ελλάδα. Συνήθως όσοι στο παρελθόν έπαιξαν με επιτυχία αυτόν τον ρόλο, ουδέποτε υπήρξαν πραγματικά. Μάλλον περισσότερα προβλήματα του κληροδότησαν για το αύριο από αυτά που του έλυσαν στο χθες. Και έτσι η ιστορία θα χρεώσει και σε αυτούς βαρύτατες ευθύνες για το σήμερα
Αλήθεια τέταρτη: οι εχθροί της Ελλάδας δεν βρίσκονται συνήθως έξω από αυτήν, όπως θέλουμε να πιστεύουμε. Αλλά εντός της. Και σε έναν τέτοιον «εχθρό» μπορεί να εξελιχθεί καθένας από εμάς που έχει συνηθίσει μόνο να παίρνει από το κράτος αλλά ποτέ να δίνει. Και τις περισσότερες φορές να παίρνει εκεί που δεν το δικαιούται.
Αλήθεια πέμπτη: το κύκλωμα αναξιοκρατίας και φαυλότητας που κυριαρχεί σήμερα στη χώρα δεν προέκυψε από μόνο του. Ούτε το εξέθρεψαν από μόνοι τους οι εκάστοτε τριακόσιοι βουλευτές του Κοινοβουλίου. Συμμέτοχος ήταν ο καθένας που όλα αυτά τα χρόνια πορευόταν με όπλο το «βύσμα» του. Η Ελλάδα εξελίχθηκε σε ένα απέραντο αλαλούμ αναξιοκρατίας με κριτήριο τους αρεστούς και όχι τους αρίστους.
Αλήθεια έκτη: στην Ελλάδα έννοιες και κεκτημένα, όπως ο συνδικαλισμός, βιάστηκαν και διαστρεβλώθηκαν από εκείνους που ενώ στο όνομα των εργαζομένων απέκτησαν δύναμη και εξουσία, την οποία στη συνέχεια εκμεταλλεύτηκαν καταλύοντας αρχές και κανόνες και συντελώντας στο ξεχαρβάλωμα του κράτους της μεταπολίτευσης. Από εκπρόσωποι των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης έγιναν γνήσιοι μαχητές της συντήρησης και της οπισθοδρομικότητας, εγκλωβίζοντας τη χώρα και την εκάστοτε πολιτική εξουσία στο τέλμα της ακινησίας.
Αλήθεια έβδομη: το πολιτικό σύστημα με τη σημερινή του μορφή είναι νεκρό. Χρειάζεται ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, εκσυγχρονισμός ή και ανατροπή των υφιστάμενων κομματικών δομών, θεσμικές παρεμβάσεις για μία πιο διαφανή και κοντά στον πολίτη λειτουργία του Κοινοβουλίου. Και σε τελική ανάλυση της ίδια της Δημοκρατίας μας. Αμφίβολο είναι αν αυτές οι αναγκαίες αλλαγές και οι καινοτομίες μπορούν να επέλθουν από νέα κόμματα που θα είναι καρμπόν των όσων προϋπάρχουν με πρόσωπα που επίσης προϋπήρχαν πολλά χρόνια στο προσκήνιο. Θα το δείξει κι αυτό η ιστορία.
Αλήθεια όγδοη: όσο το καθεστώς αναξιοκρατίας βασίλευε στην Ελλάδα, αυτό τροφοδοτούσε σαν δύο συγκοινωνούντα δοχεία την παράπλευρη πραγματικότητα της ατιμωρησίας. Η αλήθεια της ατιμωρησίας των πάντων και κυρίως όσων εγκλημάτησαν κατά του ελληνικού δημοσίου, τώρα άρχισε να μας ενοχλεί ως κοινωνία. Τώρα που αντιληφθήκαμε που μας οδήγησε αυτή η κατάσταση. Λύση θα ήταν να φωνάζουμε «φέρτε πίσω τα κλεμμένα» όχι μόνο σήμερα. Αλλά και χθες και προχθές και όποτε η κοινωνία ήξερε, μυριζόταν, υποψιαζόταν τις μίζες που έπεφταν σύννεφο αλλά ήταν μαστουρωμένη από την επίπλαστη ευημερία που της είχα χτίσει. Μέχρι που αυτή κατέρρευσε. Και μαζί με αυτήν και η συνειδητή ανοχή που επιδείκνυε.
Αλήθεια ένατη: η ελληνική κοινωνία όλες αυτές τις δεκαετίες πορεύτηκε με συλλογικούς «μύθους» αρνούμενη να αποδεχθεί τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες γύρω της, στο έξω κόσμο σε κοινωνικό και οικονομικό. Είναι γνωστό ότι ζούσαμε με δανεικά. Το χειρότερο όμως είναι ότι μας έκαναν να πιστέψουμε ότι αυτά θα είναι και αγύριστα.
Αλήθεια δέκατη: όλα αυτά τα χρόνια χάσαμε τον ίδιο μας τον εαυτό ως συλλογικές και ατομικές οντότητες. Η κοινωνία μας έχασε την αυθεντικότητα, την ευρηματικότητα και δημιουργικότητά της. Με τα χρόνια ξέχασε να οραματίζεται και σήμερα που το έχει ανάγκη δεν έχει να πιαστεί από πουθενά.
Λένε ότι όταν μία κοινωνία βρίσκεται στο τέλμα, μέσα από αυτή μπορεί να ξεπηδήσουν ξαφνικά δυνάμεις που δεν περίμενε κανείς να υπάρχουν. Τουλάχιστον ας πιστέψουμε ότι αυτές- αν ποτέ εμφανιστούν- θα έρθουν για κάτι καλύτερο. Μόνη λύση είναι τώρα να αναπτύξουμε μία νέα συλλογική και εθνική ταυτότητα που αλλοιώσαμε και παραχαράξαμε τις περασμένες δεκαετίες. Να θέσουμε από το παρόν για το μέλλον εκείνες τις κόκκινες και απαράβατες διαχωριστικές γραμμές με όσα κάθε μέρα πληγώνουν, εξοργίζουν και θίγουν τον καθένα μας στη σημερινή χρεοκοπημένη μας Ελλάδα.
02/12/2010
του Θάνου Δημάδη
Ίσως αυτές οι δύσκολες ώρες που περνάμε ως κοινωνία πρέπει να σταθούν η αφορμή για να κοιταχθούμε στον καθρέφτη της ιστορίας και να έρθουμε αντιμέτωποι με τους ίδιους μας τους εαυτούς. Διαδικασία δύσκολη, επίπονη, αιματηρή όσο και λυτρωτική την ίδια στιγμή. Για να το πετύχουμε αυτό χρειάζεται να είμαστε ειλικρινείς απέναντι στην εθνική συλλογική μας μνήμη και κρίση. Και να πούμε αλήθειες και μόνον. Όσες δεν ειπώθηκαν όλα τα προηγούμενα χρόνια αλλά και όσες δεν ήθελε ούτε η κοινωνία να ακούσει. Όχι με ανόητες υπεραπλουστεύσεις του τύπου «όλοι μαζί τα φάγαμε», ούτε με θρασείς υπερβολές του τύπου «το μνημόνιο είναι ευτύχημα» αλά στυλ Πάγκαλου. Γιατί τέτοιες δηλώσεις μόνο αμετροέπεια δείχνουν, ειδικά όταν προέρχονται από τους κυριότερους εκφραστές ενός πολιτικού, κομματικού και κοινωνικού συστήματος που τα τελευταία 36 χρόνια βούλιαξε την Ελλάδα με αποτέλεσμα σήμερα οι νεότερες κυρίως γενιές να καλούνται να πληρώσουν τα δικά τους τα σπασμένα.
Με αφορμή τη σημερινή κρίση ας ψηλαφήσουμε έστω και με καθυστέρηση κάποιων ετών μερικές αλήθειες για το πώς πορευτήκαμε και που καταλήξαμε να βρισκόμαστε σήμερα.
Αλήθεια πρώτη: μαζί με την οικονομία πτώχευσε και το πολιτικό μας σύστημα. Η Δημοκρατία της Μεταπολίτευσης εκτράπηκε σε ένα φαύλο σύστημα υπόγειας συνδιαλλαγής, βολέματος και αναξιοκρατίας. Το σύνθημα «ψωμί, παιδεία, ελευθερία» έδωσε τη θέση του σε ξεφτισμένα ιδανικά που ήταν αυτά τα οποία ενέπνευσαν το μεταπολιτευτικό κράτος για να καλλιεργήσει την αρπαχτή και της ρεμούλα ως επικρατούσες ιδεολογίες.
Αλήθεια δεύτερη: ήρθε η ώρα να απομυθοποιήσουμε τη λεγόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου». Είναι η ίδια γενιά που τιμούμε κάθε χρόνο για τους αγώνες που έδωσε ενάντια στη δικτατορία. Και ορθώς. Είναι και η ίδια όμως γενιά που πήρε στα χέρια της και διαχειρίστηκε τις τύχες της χώρες μας τα τελευταία 30 χρόνια. Κατέλαβε θέσεις στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική ιεραρχία της και, εκ του σημερινού αποτελέσματος κρίνοντας, απέτυχε παταγωδώς.
Αλήθεια τρίτη: ο ελληνικός λαός δεν πρέπει να πιστέψει ξανά όσους του παρουσιάζονται ως σωτήρες που θα σώσουν την Ελλάδα. Συνήθως όσοι στο παρελθόν έπαιξαν με επιτυχία αυτόν τον ρόλο, ουδέποτε υπήρξαν πραγματικά. Μάλλον περισσότερα προβλήματα του κληροδότησαν για το αύριο από αυτά που του έλυσαν στο χθες. Και έτσι η ιστορία θα χρεώσει και σε αυτούς βαρύτατες ευθύνες για το σήμερα
Αλήθεια τέταρτη: οι εχθροί της Ελλάδας δεν βρίσκονται συνήθως έξω από αυτήν, όπως θέλουμε να πιστεύουμε. Αλλά εντός της. Και σε έναν τέτοιον «εχθρό» μπορεί να εξελιχθεί καθένας από εμάς που έχει συνηθίσει μόνο να παίρνει από το κράτος αλλά ποτέ να δίνει. Και τις περισσότερες φορές να παίρνει εκεί που δεν το δικαιούται.
Αλήθεια πέμπτη: το κύκλωμα αναξιοκρατίας και φαυλότητας που κυριαρχεί σήμερα στη χώρα δεν προέκυψε από μόνο του. Ούτε το εξέθρεψαν από μόνοι τους οι εκάστοτε τριακόσιοι βουλευτές του Κοινοβουλίου. Συμμέτοχος ήταν ο καθένας που όλα αυτά τα χρόνια πορευόταν με όπλο το «βύσμα» του. Η Ελλάδα εξελίχθηκε σε ένα απέραντο αλαλούμ αναξιοκρατίας με κριτήριο τους αρεστούς και όχι τους αρίστους.
Αλήθεια έκτη: στην Ελλάδα έννοιες και κεκτημένα, όπως ο συνδικαλισμός, βιάστηκαν και διαστρεβλώθηκαν από εκείνους που ενώ στο όνομα των εργαζομένων απέκτησαν δύναμη και εξουσία, την οποία στη συνέχεια εκμεταλλεύτηκαν καταλύοντας αρχές και κανόνες και συντελώντας στο ξεχαρβάλωμα του κράτους της μεταπολίτευσης. Από εκπρόσωποι των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης έγιναν γνήσιοι μαχητές της συντήρησης και της οπισθοδρομικότητας, εγκλωβίζοντας τη χώρα και την εκάστοτε πολιτική εξουσία στο τέλμα της ακινησίας.
Αλήθεια έβδομη: το πολιτικό σύστημα με τη σημερινή του μορφή είναι νεκρό. Χρειάζεται ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, εκσυγχρονισμός ή και ανατροπή των υφιστάμενων κομματικών δομών, θεσμικές παρεμβάσεις για μία πιο διαφανή και κοντά στον πολίτη λειτουργία του Κοινοβουλίου. Και σε τελική ανάλυση της ίδια της Δημοκρατίας μας. Αμφίβολο είναι αν αυτές οι αναγκαίες αλλαγές και οι καινοτομίες μπορούν να επέλθουν από νέα κόμματα που θα είναι καρμπόν των όσων προϋπάρχουν με πρόσωπα που επίσης προϋπήρχαν πολλά χρόνια στο προσκήνιο. Θα το δείξει κι αυτό η ιστορία.
Αλήθεια όγδοη: όσο το καθεστώς αναξιοκρατίας βασίλευε στην Ελλάδα, αυτό τροφοδοτούσε σαν δύο συγκοινωνούντα δοχεία την παράπλευρη πραγματικότητα της ατιμωρησίας. Η αλήθεια της ατιμωρησίας των πάντων και κυρίως όσων εγκλημάτησαν κατά του ελληνικού δημοσίου, τώρα άρχισε να μας ενοχλεί ως κοινωνία. Τώρα που αντιληφθήκαμε που μας οδήγησε αυτή η κατάσταση. Λύση θα ήταν να φωνάζουμε «φέρτε πίσω τα κλεμμένα» όχι μόνο σήμερα. Αλλά και χθες και προχθές και όποτε η κοινωνία ήξερε, μυριζόταν, υποψιαζόταν τις μίζες που έπεφταν σύννεφο αλλά ήταν μαστουρωμένη από την επίπλαστη ευημερία που της είχα χτίσει. Μέχρι που αυτή κατέρρευσε. Και μαζί με αυτήν και η συνειδητή ανοχή που επιδείκνυε.
Αλήθεια ένατη: η ελληνική κοινωνία όλες αυτές τις δεκαετίες πορεύτηκε με συλλογικούς «μύθους» αρνούμενη να αποδεχθεί τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες γύρω της, στο έξω κόσμο σε κοινωνικό και οικονομικό. Είναι γνωστό ότι ζούσαμε με δανεικά. Το χειρότερο όμως είναι ότι μας έκαναν να πιστέψουμε ότι αυτά θα είναι και αγύριστα.
Αλήθεια δέκατη: όλα αυτά τα χρόνια χάσαμε τον ίδιο μας τον εαυτό ως συλλογικές και ατομικές οντότητες. Η κοινωνία μας έχασε την αυθεντικότητα, την ευρηματικότητα και δημιουργικότητά της. Με τα χρόνια ξέχασε να οραματίζεται και σήμερα που το έχει ανάγκη δεν έχει να πιαστεί από πουθενά.
Λένε ότι όταν μία κοινωνία βρίσκεται στο τέλμα, μέσα από αυτή μπορεί να ξεπηδήσουν ξαφνικά δυνάμεις που δεν περίμενε κανείς να υπάρχουν. Τουλάχιστον ας πιστέψουμε ότι αυτές- αν ποτέ εμφανιστούν- θα έρθουν για κάτι καλύτερο. Μόνη λύση είναι τώρα να αναπτύξουμε μία νέα συλλογική και εθνική ταυτότητα που αλλοιώσαμε και παραχαράξαμε τις περασμένες δεκαετίες. Να θέσουμε από το παρόν για το μέλλον εκείνες τις κόκκινες και απαράβατες διαχωριστικές γραμμές με όσα κάθε μέρα πληγώνουν, εξοργίζουν και θίγουν τον καθένα μας στη σημερινή χρεοκοπημένη μας Ελλάδα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)